Τον Νοέμβριο του 2008, έχοντας στην πορεία και την συγκατάθεση και σύμφωνη γνώμη του αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής G. Veurheugen, υιοθετήθηκε και δημοσιοποιήθηκε η νέα ευρωπαϊκή πολιτική με τίτλο «Πρωτοβουλία για τις Πρώτες Ύλες (ΠΠΥ) – Κάλυψη των βασικών αναγκών μας για ανάπτυξη και απασχόληση στην Ευρώπη» (Brussels, 4/11/2008, COM (2008) 699 final, The Raw Materials Initiative (RMI) - meeting our critical needs for growth and jobs in Europe, {SEC (2008) 2741}). Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πολιτικής, για ολοκληρωμένη και βιώσιμη ανάπτυξη του Ορυκτού Πλούτου της Ευρώπης, προτείνονται και εντάσσονται τρεις στρατηγικοί πυλώνες στους οποίους η Ευρώπη θα πρέπει να δώσει έμφαση και να εφαρμόσει :
Πρώτος πυλώνας : Εξασφάλιση πρόσβασης στις πρώτες ύλες από τις διεθνείς αγορές µε τους όρους που ισχύουν για άλλους ανταγωνιστές.
Δεύτερος πυλώνας : Καθορισμός και διαμόρφωση κατάλληλων προϋποθέσεων και την προώθηση συγκεκριμένων δράσεων για παραγωγική βιωσιμότητα των πρώτων υλών από ευρωπαϊκές πηγές.
Τρίτος πυλώνας : Ενίσχυση γενικά της αποτελεσματικής χρήσης των διαθέσιμων και νέων κοιτασμάτων, και αύξηση της ανακύκλωσης µε σκοπό τη μείωση της κατανάλωσης πρωτογενών πρώτων υλών από την Ε.Ε. και ελάττωση της σχετικής εξάρτησης από τις εισαγωγές.
Η νέα αυτή ευρωπαϊκή στρατηγική, αναγνωρίζοντας τη σημασία της σταθερής και ανεμπόδιστης διάθεσης Μη Ενεργειακών Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΜΕΟΠΥ) στην Ευρώπη για τη βιωσιμότητα της Ευρωπαϊκής Οικονομίας και την ποιότητα ζωής των πολιτών της, αναθεωρεί τις πολιτικές των προηγούμενων ετών που οδήγησαν σε ύφεση την εξορυκτική βιομηχανία, προτείνει μέτρα διασφάλισης για πρόσβαση στους αναγκαίους φυσικούς πόρους και δίνει μεγάλη έμφαση στην αποθεματική και παραγωγική αυτάρκεια, τόσο με την εκμετάλλευση πρωτογενών Ευρωπαϊκών πηγών ΜΕΟΠΥ με όρους αειφορίας, όσο και στην αξιοποίηση δευτερογενών πηγών, όπως είναι τα απορρίμματα. Στα πλαίσια αυτής της στρατηγικής οφείλει να δραστηριοποιηθεί και η Ελλάδα προσβλέποντας στη δημιουργία νέων ευκαιριών επένδυσης στον τομέα της εξορυκτικής βιομηχανίας από τις οποίες θα δημιουργηθούν πολλές νέες θέσεις εργασίας στην Περιφέρεια.
Σύμφωνα με σχετική έκθεση της ευρωπαϊκής Διεύθυνσης Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας (DG Enterprise and Industry) σαν μη ενεργειακές ορυκτές πρώτες ύλες χαρακτηρίζονται τα μεταλλικά, τα βιομηχανικά, τα λατομικά ορυκτά ή αλλιώς δομικά υλικά (διακοσμητικά πετρώματα, δομικοί λίθοι, αδρανή υλικά), καθώς και τα «εν γένει» απορρίμματα/παραπροϊόντα που προέρχονται από τα παραπάνω, αποτελούν δευτερογενείς κοιτασματολογικές πηγές και υπάγονται επίσης στην Πρωτοβουλία για τις Πρώτες Ύλες (Raw Material Initiative).
Η διαχρονική αξιοποίηση των ΜΕΟΠΥ, με αναφορά στα μεταλλικά, βιομηχανικά, λατομικά ορυκτά, έχει συμβάλλει καθοριστικά στην κοινωνική και πολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου. Ακόμη και σήμερα, σε μια μεταβατική περίοδο αναμόρφωσης της βιομηχανικής παραγωγής, η εκμετάλλευση των ΜΕΟΠΥ εξυπηρετεί σε μεγάλο βαθμό καθημερινές αλλά και γενικότερες ανάγκες των πολιτών, και συνεισφέρει στην περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο. Υπολογίζεται ότι κάθε ευρωπαίος χρειάζεται 16 τόνους ορυκτών τον χρόνο, την στιγμή που το 70% των αναγκαίων πρώτων υλών για την ευρωπαϊκή βιομηχανία εισάγεται από τρίτες χώρες. Ενώ λοιπόν η Ευρώπη καταναλώνει το 30% της παγκόσμιας παραγωγής μεταλλικών ορυκτών παράγει μόνο το 3%, όταν οι εκτιμήσεις για τα επόμενα 10 χρόνια καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ζήτηση τείνει διαρκώς αυξανόμενη.
Γενικά είναι ευρύτερα αποδεκτό ότι ζούμε σε ένα κόσμο ορυκτών. Όλα σχεδόν τα υλικά που χρησιμοποιούμαι και τα προϊόντα που παράγουμε αποτελούνται από μέταλλα και βιομηχανικά ορυκτά. Κάθε ευρωπαίος πολίτης στην διάρκεια της εβδομηντάχρονης ζωής του χρησιμοποιεί κατά μέσο όρο 460 τόνους άμμο και χαλίκια, 166 τόνους πετρέλαιο, 39 τόνους ατσάλι και 1 τόνο χαλκό. Η κατασκευή δρόμου ενός χιλιομέτρου απαιτεί 30.000 τόνους αδρανή υλικά. Τουλάχιστον 3 δισεκατομμύρια αδρανή υλικά διατίθενται κάθε χρόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες απαιτούν τον εντοπισμό και αξιοποίηση νέων κοιτασματολογικών αποθεμάτων συχνά σε νέες περιοχές και περιβάλλοντα.
Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010
Οι Ορυκτές Πρώτες Ύλες στο επίκεντρο της Ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ανάπτυξη της καινοτομίας
COMMUNICATION FROM THE COMMISSION TO THE EUROPEAN
PARLIAMENT, THE COUNCIL, THE EUROPEAN ECONOMIC AND SOCIAL COMMITTEE AND THE COMMITTEE OF THE REGIONS
Europe 2020 Flagship Initiative Innovation Union - SEC (2010) 1161
At a time of public budget constraints, major demographic changes and increasing global competition, Europe's competitiveness, our capacity to create millions of new jobs to replace those lost in the crisis and, overall, our future standard of living depends on our ability to drive innovation in products, services, business and social processes and models. This is why innovation has been placed at the heart of the Europe 2020 strategy. Innovation is also our best means of successfully tackling major societal challenges, such as climate change, energy and resource scarcity, health and ageing, which are becoming more urgent by the day. Europe has no shortage of potential. We have world leading researchers, entrepreneurs and companies and unique strengths in our values, traditions, creativity and diversity. We have made great strides in creating the largest home market in the world. European enterprises and civil society are actively engaged in emerging and developing economies around the world. Many world-changing innovations can be traced back to Europe. But we can – and must do – much better. In a rapidly changing global economy, we must build on our strengths and decisively tackle our weaknesses. Perhaps the biggest challenge for the EU and its Member States is to adopt a much more strategic approach to innovation. With a view to achieve the EU 2020 objective of a smart, sustainable and inclusive growth, the Commission intends to launch innovation partnerships in key areas addressing major societal challenges, such as energy security, transport, climate change and resource efficiency, health and ageing, environmentally-friendly production methods and land management. Examples of possible partnerships include areas such as:
Ensuring higher quality and efficiency of our supply use of water;
Ensuring a secure supply chain and achieve efficient and sustainable management and use of non-energy raw materials along the entire value chain;
Water-Efficient Europe
The aim of the Partnership is to promote actions that can speed-up innovation in the water sector and remove barriers to innovation. The actions are intended to achieve the EU water policy objectives while reducing the EU water footprint, improving water security and promoting the worldwide leadership of the European water industry.
Sustainable supply of non-energy raw materials for a Modern Society
The aim is to ensure a secure supply and achieve efficient and sustainable management and use of non-energy materials along the entire value chain in Europe. This is all the more necessary to provide an answer to the various societal challenges at stake. Demonstrating ten innovative pilot plants for raw materials extraction, processing and recycling, and finding substitutes for at least three key applications of critical raw materials underpin this Partnership.
PARLIAMENT, THE COUNCIL, THE EUROPEAN ECONOMIC AND SOCIAL COMMITTEE AND THE COMMITTEE OF THE REGIONS
Europe 2020 Flagship Initiative Innovation Union - SEC (2010) 1161
At a time of public budget constraints, major demographic changes and increasing global competition, Europe's competitiveness, our capacity to create millions of new jobs to replace those lost in the crisis and, overall, our future standard of living depends on our ability to drive innovation in products, services, business and social processes and models. This is why innovation has been placed at the heart of the Europe 2020 strategy. Innovation is also our best means of successfully tackling major societal challenges, such as climate change, energy and resource scarcity, health and ageing, which are becoming more urgent by the day. Europe has no shortage of potential. We have world leading researchers, entrepreneurs and companies and unique strengths in our values, traditions, creativity and diversity. We have made great strides in creating the largest home market in the world. European enterprises and civil society are actively engaged in emerging and developing economies around the world. Many world-changing innovations can be traced back to Europe. But we can – and must do – much better. In a rapidly changing global economy, we must build on our strengths and decisively tackle our weaknesses. Perhaps the biggest challenge for the EU and its Member States is to adopt a much more strategic approach to innovation. With a view to achieve the EU 2020 objective of a smart, sustainable and inclusive growth, the Commission intends to launch innovation partnerships in key areas addressing major societal challenges, such as energy security, transport, climate change and resource efficiency, health and ageing, environmentally-friendly production methods and land management. Examples of possible partnerships include areas such as:
Ensuring higher quality and efficiency of our supply use of water;
Ensuring a secure supply chain and achieve efficient and sustainable management and use of non-energy raw materials along the entire value chain;
Water-Efficient Europe
The aim of the Partnership is to promote actions that can speed-up innovation in the water sector and remove barriers to innovation. The actions are intended to achieve the EU water policy objectives while reducing the EU water footprint, improving water security and promoting the worldwide leadership of the European water industry.
Sustainable supply of non-energy raw materials for a Modern Society
The aim is to ensure a secure supply and achieve efficient and sustainable management and use of non-energy materials along the entire value chain in Europe. This is all the more necessary to provide an answer to the various societal challenges at stake. Demonstrating ten innovative pilot plants for raw materials extraction, processing and recycling, and finding substitutes for at least three key applications of critical raw materials underpin this Partnership.
Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010
Δεσμώτες της ανάπτυξης
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια δρομολογήθηκαν στην Σουηδία περισσότερες από 60 μεταλλευτικές, και άλλες τόσες περίπου στην Φινλανδία. Στην Ελλάδα την ίδια περίοδο, από τις περίπου 10 δεν υλοποιήθηκε καμία. Μεταξύ τους και οι τρεις βιώσιμες οικονομικά επενδύσεις που αφορούν στην αξιοποίηση των πολυμεταλλικών κοιτασμάτων χρυσού στην Χαλκιδική και την Θράκη. Σε σχετική λίστα των Ηνωμένων Εθνών οι δύο χώρες του ευρωπαϊκού βορρά βρίσκονται στις πρώτες θέσεις σε θέματα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμμετοχής των πολιτών στις αποφάσεις αναπτυξιακού προγραμματισμού, αλλά και ευαισθησίας για την ποιότητα του περιβάλλοντος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημοκρατικών αξιών οι τοπικές κοινωνίες αξιολόγησαν, έκριναν, έθεσαν όρους, αποφάσισαν και συναίνεσαν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Στην δική τους αντίληψη «τόπος» είναι η χώρα τους. Όχι η αυλή και το χωριό τους ή το γειτονικό χωριό και η ευρύτερη περιοχή. Βασικό ζητούμενο είναι το κοινό καλό, η απασχόληση όλων των πολιτών χωρίς διαχωριστικές γραμμές και τεχνητά όρια. Στην Ελλάδα οι περισσότερες τοπικές κοινωνίες λειτουργούν με εντελώς διαφορετικά κριτήρια που χαρακτηρίζονται από εσωστρέφεια και διχαστικές τάσεις. Εγκλωβίζονται στα στενά συμφέροντα, στις μικροπολιτικές σκοπιμότητες, και στις στείρες αντιλήψεις, επιλογές και αντιδράσεις ομάδων μειοψηφίας που επιβάλλουν απόψεις και διαδικασίες, κάθε άλλο παρά με δημοκρατικό τρόπο. Δεν ανήκουν στους ενεργούς πολίτες, δεν έχουν οικολογικές ευαισθησίες αλλά ούτε εκπροσωπούν το κοινωνικό σύνολο. Αρνούνται το διάλογο και εμποδίζουν την προοπτική απασχόλησης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου σε μία περιοχή και μία χώρα με υψηλά ποσοστά ανεργίας. Κυρίως εμποδίζουν όμως την περιφερειακή ανάπτυξη και την πρόοδο της εθνικής οικονομίας σε μία πραγματικά δύσκολη περίοδο για τα εισοδήματα των εργαζομένων και τις ευκαιρίες πρόσθετων θέσεων εργασίας για τους νέους. Η καθυστέρηση στην αξιοποίηση βιώσιμων πλουτοπαραγωγικών πηγών, όπως είναι τα ορυκτά αφαιρούν την δυνατότητα της χώρας να αλλάξει ριζικά τα σημερινά αναπτυξιακά της δεδομένα εκμεταλλευόμενη τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Και βέβαια αδυνατεί έτσι να καλύψει τις «εν γένει» ανάγκες της. Αν για παράδειγμα οι κάτοικοι της Δ. Μακεδονίας έκλειναν τα λιγνιτωρυχεία της περιοχής όλη η χώρα θα βυθίζονταν στο σκοτάδι, αφού αυτά καλύπτουν περίπου το 70% των εθνικών ενεργειακών αναγκών. Αν ο Θεσσαλικός κάμπος σταματούσε για διάφορους λόγους, την γεωργική παραγωγή αυτό θα δημιουργούσε επιπτώσεις στην διάθεση των αγροτικών προϊόντων. Η ανάπτυξη μιας χώρας είναι εθνική υπόθεση και όχι τοπική ή υπόθεση κάποιων μεμονωμένων ομάδων. Αν συμβαίνει αυτό καταλήγουν να είναι δεσμώτες της ανάπτυξης.
Κυριακή 13 Ιουνίου 2010
Αναπτυξιακός ορυκτός πλούτος
Νικόλαος Αρβανιτίδης, greenminerals@nikolaosarvanitidis.eu
Η Ευρωπαϊκή εξορυκτική βιομηχανία παρουσιάζει ετήσιο προϋπολογισμό 40 δις ευρώ και απασχολεί άμεσα 270.000 εργαζόμενους στο σύνολο 16.629 επιχειρήσεων. Η αυξανόμενη ζήτηση και βιομηχανική χρήση των ορυκτών σε «καθημερινά» προϊόντα και καταναλωτικές ανάγκες για τους πολίτες καθιστούν τις ορυκτές πρώτες ύλες εξαιρετικά σημαντικές και απαραίτητες στην βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης και της ποιότητας ζωής. Πολλά περιβαλλοντικά προβλήματα λύνονται σήμερα με νέες τεχνολογίες που βασίζονται στις φυσικοχημικές ιδιότητες των ορυκτών. Η κατασκευαστική βιομηχανία, οι τηλεπικοινωνίες, η αεροναυπηγική, η αυτοκινητοβιομηχανία στηρίζουν την δική τους παραγωγική δραστηριότητα στα ορυκτά. Στην χώρα μας η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου αποτελεί διαχρονικά σίγουρη και σταθερή αξία. Η ετήσια συνολική αξία των πωλήσεων ανέρχεται τα τελευταία χρόνια σε περισσότερα από 1,2 δις ευρώ, από τα οποία το 75% περίπου αφορούν σε εξαγωγές. Απασχολούνται 23.000 εργαζόμενοι ενώ οι θέσεις εξαρτημένης εργασίας ξεπερνούν τις 100.000. Τα ελληνικά μάρμαρα, ο βωξίτης, τα νικελιούχα σιδηρομεταλλεύματα, οι ποζολανικές γαίες, ο μπεντονίτης, ο περλίτης, ο καολίνης, ο λευκόλιθος, ο γύψος, η κίσσηρις, οι άστριοι, ο χαλαζίας, και ορυκτά νέας γενιάς, όπως είναι ο αταπουλγκίτης και ο χουντίτης κατέχουν υψηλές θέσεις στην εξορυκτική παραγωγή της Ευρώπης. Τα πλούσια κοιτάσματα χρυσού, αργύρου, χαλκού, ψευδαργύρου και μολύβδου αποτελούν την νέα αναπτυξιακή πρόκληση και ευκαιρία. Μόνο στην Μακεδονία και Θράκη η μεταλλευτική αξία των βεβαιωμένων αποθεμάτων ανέρχεται σε περισσότερα από 20 δις. ευρώ. Βέβαια το μεταλλογενετικό δυναμικό στην ίδια περιοχή είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερο με τις «εν δυνάμει» κοιτασματολογικές πηγές μεταλλικών ορυκτών πρώτων υλών να θεωρούνται από τις σπουδαιότερες της Ευρώπης. Η Ελλάδα καλείται να ξεπληρώσει τα χρέη της μέσα σε ιδιαίτερα πιεστικά χρονικά περιθώρια. Όλοι συμφωνούν επίσης ότι χωρίς ανάπτυξη και παραγωγική οικονομία τα πράγματα θα είναι ακόμη πιο δύσκολα. Μένει λοιπόν να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και τον πλούτο που διαθέτουμε. Η άμεση εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών ορυκτών αποτελεί αξιόπιστη και βιώσιμη αναπτυξιακή επιλογή.
Η Ευρωπαϊκή εξορυκτική βιομηχανία παρουσιάζει ετήσιο προϋπολογισμό 40 δις ευρώ και απασχολεί άμεσα 270.000 εργαζόμενους στο σύνολο 16.629 επιχειρήσεων. Η αυξανόμενη ζήτηση και βιομηχανική χρήση των ορυκτών σε «καθημερινά» προϊόντα και καταναλωτικές ανάγκες για τους πολίτες καθιστούν τις ορυκτές πρώτες ύλες εξαιρετικά σημαντικές και απαραίτητες στην βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης και της ποιότητας ζωής. Πολλά περιβαλλοντικά προβλήματα λύνονται σήμερα με νέες τεχνολογίες που βασίζονται στις φυσικοχημικές ιδιότητες των ορυκτών. Η κατασκευαστική βιομηχανία, οι τηλεπικοινωνίες, η αεροναυπηγική, η αυτοκινητοβιομηχανία στηρίζουν την δική τους παραγωγική δραστηριότητα στα ορυκτά. Στην χώρα μας η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου αποτελεί διαχρονικά σίγουρη και σταθερή αξία. Η ετήσια συνολική αξία των πωλήσεων ανέρχεται τα τελευταία χρόνια σε περισσότερα από 1,2 δις ευρώ, από τα οποία το 75% περίπου αφορούν σε εξαγωγές. Απασχολούνται 23.000 εργαζόμενοι ενώ οι θέσεις εξαρτημένης εργασίας ξεπερνούν τις 100.000. Τα ελληνικά μάρμαρα, ο βωξίτης, τα νικελιούχα σιδηρομεταλλεύματα, οι ποζολανικές γαίες, ο μπεντονίτης, ο περλίτης, ο καολίνης, ο λευκόλιθος, ο γύψος, η κίσσηρις, οι άστριοι, ο χαλαζίας, και ορυκτά νέας γενιάς, όπως είναι ο αταπουλγκίτης και ο χουντίτης κατέχουν υψηλές θέσεις στην εξορυκτική παραγωγή της Ευρώπης. Τα πλούσια κοιτάσματα χρυσού, αργύρου, χαλκού, ψευδαργύρου και μολύβδου αποτελούν την νέα αναπτυξιακή πρόκληση και ευκαιρία. Μόνο στην Μακεδονία και Θράκη η μεταλλευτική αξία των βεβαιωμένων αποθεμάτων ανέρχεται σε περισσότερα από 20 δις. ευρώ. Βέβαια το μεταλλογενετικό δυναμικό στην ίδια περιοχή είναι πολλαπλάσια μεγαλύτερο με τις «εν δυνάμει» κοιτασματολογικές πηγές μεταλλικών ορυκτών πρώτων υλών να θεωρούνται από τις σπουδαιότερες της Ευρώπης. Η Ελλάδα καλείται να ξεπληρώσει τα χρέη της μέσα σε ιδιαίτερα πιεστικά χρονικά περιθώρια. Όλοι συμφωνούν επίσης ότι χωρίς ανάπτυξη και παραγωγική οικονομία τα πράγματα θα είναι ακόμη πιο δύσκολα. Μένει λοιπόν να αξιοποιήσουμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και τον πλούτο που διαθέτουμε. Η άμεση εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών ορυκτών αποτελεί αξιόπιστη και βιώσιμη αναπτυξιακή επιλογή.
Κυριακή 6 Ιουνίου 2010
Βιώσιμα Κοιτάσματα Μεταλλικών Ορυκτών στην Μακεδονία και Θράκη
Μεταλλογενετικά χαρακτηριστικά
• Το μεταλλογενετικό περιβάλλον των ορογενετικών μαγματικών τόξων, όπως για παράδειγμα είναι το ελληνικό, και ο συνδυασμός πολυμεταλλικών / πορφυρικών / επιθερμικών τύπων που παράγει, διαμορφώνουν ευνοϊκές συνθήκες για τον εντοπισμό πλούσιων και δυναμικών κοιτασμάτων χρυσού.
• Η γεωτεκτονική χώρο-χρονική εξέλιξη της Μακεδονίας και Θράκης αλλά και της ευρύτερης Βαλκανικής, συνιστά ένα ιδιαίτερα δυναμικό μεταλλογενετικό σύστημα ικανό να αποθέσει χρυσοφόρα πολυμεταλλικά (Pb-Zn-Au-Ag, Cu-Au, Au) κοιτάσματα παγκόσμιας κλάσης.
• Η αξιοποίηση της μεταλλογενετικής ερμηνείας στον καθορισμό χωροχρονικά και γεωδυναμικά ελεγχόμενων τύπων αποτελεί βασικό δείκτη και παράμετρο για την βιώσιμη εκμετάλλευσή τους
Κοιτασματολογικές προκλήσεις
Πέρα και την διαπίστωση ότι η ΒΑ Χαλκιδική αποτελεί πραγματικά μία βιώσιμη και «πλουτοπαραγωγική δεξαμενή» μετάλλων, ικανή να αυξήσει σημαντικά τα σημερινά γνωστά αποθέματα, υπάρχουν προτάσεις για συστηματικότερη έρευνα και σε άλλες περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος στην Β. Ελλάδα, όπως προκύπτει από προηγούμενες έρευνες του ΙΓΜΕ. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι,
• η ζώνη λειμωνιτικών εμφανίσεων χρυσού στον ορεινό όγκο Αγκίστρου – Βροντούς – Μενοικίου, στις Σέρρες και Δράμα
• τα πορφυρικά συστήματα χαλκού- χρυσού της ευρύτερης περιοχής Ποντοκερασιάς – Γερακαριού – Βάθης – Μυλοχωρίου – Δροσάτου (Κιλκίς)
• η δυναμική πολυμεταλλική παρουσία μικτής θειούχου μεταλλοφορίας στην ζώνη Φαρασινού – Συκιδίων στην Δράμα
• οι νέοι στόχοι εντοπισμού επιθερμικού χρυσού σε μεταλλοφόρες δομές των περιοχών Κίρκης και Πεύκων στον Έβρο
Πλουτοπαραγωγικό δυναμικό
• Η μεταλλευτική αξία των βεβαιωμένων αποθεμάτων νικελίου, ψευδαργύρου, μολύβδου, χαλκού, χρυσού και αργύρου στην Μακεδονία και Θράκη, με βάση τις τρέχουσες τιμές των μετάλλων, ανέρχεται περίπου σε 20 δισ. ευρώ. Ένα πολύ μικρό μέρος της αξίας αυτής αξιοποιείται σήμερα παραγωγικά.
• Τα δυναμικά αποθέματα που φιλοξενούντα στις υπάρχουσες μεταλλευτικές αλλά και σε νέες περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος είναι σε θέση να πολλαπλασιάσουν το προαναφερόμενο οικονομικό μέγεθος.
• Με βάση τα αποθέματα και το μεταλλικό περιεχόμενο σε χρυσό, άργυρο, χαλκό, μόλυβδο και ψευδάργυρο η Β. Ελλάδα είναι από τις πλουσιότερες κοιτασματολογικές περιφέρειες της Ευρώπης και αποτελεί σταθερή μεταλλευτική πηγή για την βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας. Είναι φανερό ότι ο ελληνικός ορυκτός πλούτος είναι σε θέση να συμβάλλει καθοριστικά στην κατεύθυνση εντατικότερης και αποτελεσματικότερης εκμετάλλευσης ενδοευρωπαϊκών πηγών Μη Ενεργειακών Ορυκτών Πρώτων Υλών.
• Το μεταλλογενετικό περιβάλλον των ορογενετικών μαγματικών τόξων, όπως για παράδειγμα είναι το ελληνικό, και ο συνδυασμός πολυμεταλλικών / πορφυρικών / επιθερμικών τύπων που παράγει, διαμορφώνουν ευνοϊκές συνθήκες για τον εντοπισμό πλούσιων και δυναμικών κοιτασμάτων χρυσού.
• Η γεωτεκτονική χώρο-χρονική εξέλιξη της Μακεδονίας και Θράκης αλλά και της ευρύτερης Βαλκανικής, συνιστά ένα ιδιαίτερα δυναμικό μεταλλογενετικό σύστημα ικανό να αποθέσει χρυσοφόρα πολυμεταλλικά (Pb-Zn-Au-Ag, Cu-Au, Au) κοιτάσματα παγκόσμιας κλάσης.
• Η αξιοποίηση της μεταλλογενετικής ερμηνείας στον καθορισμό χωροχρονικά και γεωδυναμικά ελεγχόμενων τύπων αποτελεί βασικό δείκτη και παράμετρο για την βιώσιμη εκμετάλλευσή τους
Κοιτασματολογικές προκλήσεις
Πέρα και την διαπίστωση ότι η ΒΑ Χαλκιδική αποτελεί πραγματικά μία βιώσιμη και «πλουτοπαραγωγική δεξαμενή» μετάλλων, ικανή να αυξήσει σημαντικά τα σημερινά γνωστά αποθέματα, υπάρχουν προτάσεις για συστηματικότερη έρευνα και σε άλλες περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος στην Β. Ελλάδα, όπως προκύπτει από προηγούμενες έρευνες του ΙΓΜΕ. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι,
• η ζώνη λειμωνιτικών εμφανίσεων χρυσού στον ορεινό όγκο Αγκίστρου – Βροντούς – Μενοικίου, στις Σέρρες και Δράμα
• τα πορφυρικά συστήματα χαλκού- χρυσού της ευρύτερης περιοχής Ποντοκερασιάς – Γερακαριού – Βάθης – Μυλοχωρίου – Δροσάτου (Κιλκίς)
• η δυναμική πολυμεταλλική παρουσία μικτής θειούχου μεταλλοφορίας στην ζώνη Φαρασινού – Συκιδίων στην Δράμα
• οι νέοι στόχοι εντοπισμού επιθερμικού χρυσού σε μεταλλοφόρες δομές των περιοχών Κίρκης και Πεύκων στον Έβρο
Πλουτοπαραγωγικό δυναμικό
• Η μεταλλευτική αξία των βεβαιωμένων αποθεμάτων νικελίου, ψευδαργύρου, μολύβδου, χαλκού, χρυσού και αργύρου στην Μακεδονία και Θράκη, με βάση τις τρέχουσες τιμές των μετάλλων, ανέρχεται περίπου σε 20 δισ. ευρώ. Ένα πολύ μικρό μέρος της αξίας αυτής αξιοποιείται σήμερα παραγωγικά.
• Τα δυναμικά αποθέματα που φιλοξενούντα στις υπάρχουσες μεταλλευτικές αλλά και σε νέες περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος είναι σε θέση να πολλαπλασιάσουν το προαναφερόμενο οικονομικό μέγεθος.
• Με βάση τα αποθέματα και το μεταλλικό περιεχόμενο σε χρυσό, άργυρο, χαλκό, μόλυβδο και ψευδάργυρο η Β. Ελλάδα είναι από τις πλουσιότερες κοιτασματολογικές περιφέρειες της Ευρώπης και αποτελεί σταθερή μεταλλευτική πηγή για την βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας. Είναι φανερό ότι ο ελληνικός ορυκτός πλούτος είναι σε θέση να συμβάλλει καθοριστικά στην κατεύθυνση εντατικότερης και αποτελεσματικότερης εκμετάλλευσης ενδοευρωπαϊκών πηγών Μη Ενεργειακών Ορυκτών Πρώτων Υλών.
Τρίτη 20 Απριλίου 2010
Από την κοιτασματολογική έρευνα μέχρι την μεταλλευτική παραγωγή, κοινωνία και περιβάλλον συνηγορούν στην βιώσιμη εκμετάλλευση των ορυκτών πρώτων υλών.
Η διαχρονική εκμετάλλευση και βιομηχανική αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου έχει καθοριστική συμβολή στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ευρώπης. Πολλά ορυκτά και πετρώματα αποτελούν βασικές πρώτες ύλες στην οικοδομική δράση και την κατασκευή δρόμων, τα περισσότερα μέταλλα χρησιμοποιούνται στην παραγωγή αυτοκινήτων και κινητών τηλεφώνων, ενώ συγκεκριμένα ορυκτά έχουν ειδικές εφαρμογές στην γεωργία, στα φάρμακά και άλλα βιομηχανικά προϊόντα. Υπολογίζεται ότι κάθε ευρωπαίος πολίτης καταναλώνει έμμεσα 16 τόνους ορυκτών τον χρόνο, ενώ την ίδια στιγμή η ευρωπαϊκή εξορυκτική βιομηχανία(εξαιρουμένων των ενεργειακών πρώτων υλών)παρουσιάζει ετήσιο προϋπολογισμό 30 δις ευρώ και απασχολεί άμεσα 260000 εργαζόμενους. Λαμβάνοντας υπόψη και την παράλληλη απασχόληση που προκύπτει, εκτιμάται ότι το μέγεθος αυτό είναι τετραπλάσιο. Από την άλλη πλευρά, είναι γνωστό ότι η μεταλλευτική παραγωγή ενδέχεται να προκαλέσει ανεπιθύμητες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όταν δεν υπάρχει ελεγχόμενη λειτουργία και συστηματική παρακολούθηση. Τα σχετικά πρόσφατα ατυχήματα εκβολής μεταλλευτικών αποβλήτων από τις «χωματερές» των ορυχείων Aznacollar (Ισπανία) και Baia Mare(Ρουμανία),σε συνδυασμό με την εκτεταμένη διασπορά επικίνδυνων ρύπων προέκτειναν την ανησυχία της κοινής γνώμης και έπληξαν για άλλη μια φορά την δημόσια εικόνα της μεταλλευτικής βιομηχανίας .Το γεγονός αυτό και η γενικότερα επιφυλακτική στάση των πολιτών απέναντι στην βιομηχανία τα τελευταία περίπου δεκαπέντε χρόνια ,είχε σαν αποτέλεσμα την απαίτηση θεσμοθέτησης ευρωπαϊκών πολιτικών για περισσότερο ανταγωνιστική, κοινωνική και περιβαλλοντική παραγωγή. Στο πλαίσιο αυτό, η ευρωπαϊκή επιτροπή εξέδωσε σειρά αποφάσεων και στρατηγικών επιλογών που προωθούν την βιώσιμη ανάπτυξη της μεταλλευτικής βιομηχανίας. Σε όλες τις περιπτώσεις η διαφάνεια ,ο διάλογος και η δημόσια αντιπαράθεση με τους κοινωνικούς εταίρους βρίσκονται στο επίκεντρο των νέων θεσμικών αναζητήσεων. Η ευρωπαϊκή μεταλλευτική βιομηχανία (συμπερiλαμβανόμενης και της ελληνικής) ανταποκρίθηκε θετικά στις προκλήσεις αυτές συμμετέχοντας σε πρωτοβουλίες, που συχνά ανέλαβε και προώθησε η ίδια, σχετικά με ερευνητικές, παραγωγικές και διοικητικές δράσεις για την έκδοση Θεματικής Στρατηγικής Βιώσιμης Εκμετάλλευσης των Ορυκτών Πρώτων Υλών, την σύσταση Ευρωπαϊκής Τεχνολογικής Πλατφόρμας για Βιώσιμες Ορυκτές Πρώτες Ύλες, την ανάδειξη Δεικτών Βιώσιμης Ανάπτυξης της Μεταλλευτικής Παραγωγής κ.α. Ολες οι τρέχουσες ενέργειες είναι συμβατές με τους τρεις πυλώνες της βιώσιμης ανάπτυξης για προστασία του περιβάλλοντος (π.χ. αποφυγή χρήσης επικίνδυνων ουσιών),κοινωνική συνοχή (π.χ. ανοικτή επικοινωνία με τις τοπικές κοινωνίες)και ανταγωνιστική και επιχειρηματικά υπεύθυνη παραγωγική διαδικασία (π.χ. υγιείς και ασφαλείς εργασιακές συνθήκες, ορθολογική χρήση γης).Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο ιδιαίτερα ευνοϊκή για την αγορά των μετάλλων, ενώ την ίδια στιγμή η προώθηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας «REACH» για την προστασία των καταναλωτών από επικίνδυνες χημικές ουσίες, ενδέχεται να περιορίσει σε μεγάλο βαθμό την εισαγωγή μεταλλευτικών προϊόντων από τρίτες χώρες, αφού η ποιότητα τους δεν πληροί τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές Αυτό σημαίνει ότι η Ε.Ε. θα χρειασθεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά να υποστηρίξει, να προωθήσει και να αναπτύξει την εγχώρια μεταλλευτική της παραγωγή. Οι πολίτες καλούνται με την σειρά τους να συνδράμουν σε μια ελεγχόμενη και βιώσιμη λειτουργία της εξορυκτικής βιομηχανίας, Πολλές από τις ανάγκες της Ε.Ε. σε πρώτες ύλες, που σήμερα εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από εισαγόμενα μεταλλικά και βιομηχανικά ορυκτά, θα πρέπει πλέον να καλυφθούν με την προοδευτική εκμετάλλευση ευρωπαϊκών κοιτασμάτων. Ακόμη οι ανάγκες αυτές τείνουν διαρκώς αυξανόμενες αφού μετά την είσοδο της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, το 2007, το καταναλωτικό δυναμικό της Ευρώπης των 27 θα πλησίάσε τον πληθυσμό των 490εκ.(ξεπερνά τον αμερικανικό και τον ιαπωνικό μαζί),ενώ το αντίστοιχο ΑΕΠ θα κυμανθεί στα 14290 δις δολ., μεγαλύτερο από τα 13943 των Η.Π.Α. Τα συγκεκριμένα μεγέθη, σε συνδυασμό με την αδυναμία τρίτων χωρών να προσαρμοσθούν έγκαιρα και αποτελεσματικά στις αυστηρές κοινωνικές και περιβαλλοντικές πολιτικές της Ευρώπης δείχνουν ότι η Ε.Ε. επιβάλλεται να επιταχύνει την αξιοποίηση των κοιτασμάτων της προς όφελος της ευημερίας και της ποιότητας ζωής των πολιτών της. Στην πορεία αυτή η χώρα μας μπορεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο αφού κυριαρχεί ήδη στην ευρωπαϊκή παραγωγή αλουμινίου, νικελίου, μπεντονίτη, λευκολιθου ενώ παράλληλα διαθέτει πλούσια κοιτάσματα χαλκού, ψευδαργύρου, μολύβδου, χρυσού και αργύρου. Η αξιοποίηση των τελευταίων διαθέτει παραγωγική και ανταγωνιστική δυναμική που μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην περιφερειακή ανάπτυξη και απασχόληση.
Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010
Άλλο «καιρός» και άλλο «κλιματική αλλαγή»!!
Η συζήτηση σχετικά με τις ανθρωπογενείς αιτίες για την υπερθέρμανση του πλανήτη έχει το τελευταίο διάστημα κατακλυσθεί από συνεχείς μαρτυρίες για ανακρίβειες, υπερβολές και παραλείψεις στα στοιχεία που αναφέρονται στις εκθέσεις της διακυβερνητικής επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή( της γνωστής IPPC). Αποδείχτηκε ότι το υπόβαθρο στο οποίο η συγκεκριμένη επιτροπή στηρίζει της εκτιμήσεις της προέρχεται βασικά από εκθέσεις ομάδων ακτιβιστών, άρθρων εφημερίδων και εργασίες φοιτητών. Γνωστοί επιστήμονες της (IPPC) , όπως ο καθηγητής Philip Joneς επαναξιολογούν την στάση και τις θέσεις τους. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη του στο BBC o Joneς παραδέχτηκε ότι στατιστικά δεν έχει παρατηρηθεί σημαντική υπερθέρμανση του πλανήτη μετά το 1995, ότι δεν αποκλείεται το παγκόσμιο κλίμα να ήταν πιο θερμό στον Μεσαίωνα, και ότι η επιστημονική συζήτηση για την κλιματική αλλαγή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Είναι γεγονός ότι σε οποιοδήποτε άλλο επιστημονικό χώρο οι εξελίξεις αυτές θα δημιουργούσαν αρνητικές επιπτώσεις. Κάτι όμως που δεν συνέβη με την έντονα «πολιτικοποιημένη» κλιματική έρευνα. Στην βάση της «κερδοσκοπικής» σχέσης της έρευνας με την πολιτική κάθε «αβανταδόρικο» θέμα μπορεί γρήγορα να βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, τα κονδύλια να εισρέουν από παντού και οι εμπλεκόμενοι επιστήμονες να δεχθούν τα φώτα της δημοσιότητας σαν άλλοι αστέρες του Χόλυγουντ. Η αποτυχημένη εκτίμηση της IPPC για το λιώσιμο των παγετώνων των Ιμαλάϊων και οι ατυχείς ισχυρισμοί του Αλ Γκόρ στην συνάντηση της Κοπεγχάγης ότι το 75% των αρκτικών πάγων θα λιώσουν στα επόμενα 5 με 7 χρόνια, δεν αποτελούν διαφορετικές προσεγγίσεις από τα άπιαστα μελλοντικά σενάρια που χρησιμοποιούνται στην πολιτική. Και ενώ οι επιστήμονες ζητούν ευχαρίστως την αντιπαράθεση, οι «πολιτικοποιημένοι» ερευνητές της κλιματικής αλλαγής απαιτούν από τον κόσμο να τους εμπιστεύεται χωρίς αντίρρηση. Βέβαια οι πολιτικοί συχνά –πυκνά «πληρώνουν» με κάποιο τρόπο τα λάθη τους. ‘Όταν όμως η επιστήμη «πολιτικοποιείται» τα λάθη, οι παραλείψεις και η αλλοίωση της αλήθειας εγκλωβίζονται σε ένα παιχνίδι διπλών ρόλων και διαπλοκής. Επιφανείς επιστήμονες ακόμη και στην περίπτωση του πρωτόγνωρου φετινού χειμώνα των πολικών θερμοκρασιών εξακολουθούν να προκαλούν την νοημοσύνη των πολιτών επικαλούμενοι το ανεπανάληπτο επιχείρημα ότι άλλο είναι ο καιρός και άλλο η κλιματική αλλαγή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)