Φωτογραφίες από συνάντηση μεταξύ Μελίνα Μερκούρη και Ούλοφ Πάλμε — ήταν η 1η Μαΐου 1968, στο πλαίσιο πορείας/εκδήλωσης στη Στοκχόλμη!
Η Σουηδία που γνώρισα στο τέλος του 1970- αρχές του 1971 μέχρι το 1983, δεν είναι η αυτή που βρήκα όταν επέστρεψα πριν 12 και πλέον χρόνια. Το περίφημο κοινωνικό μοντέλο έχει ξεφτίσει όπως και το «Σπίτι του Λαού ή Λαϊκο Σπίτι» (Folkhemmet), όπως με περηφάνεια αποκαλούσαν την χώρα τους οι σουηδοί πολίτες, δεν υπάρχει σήμερα. Ούτε καν κάποιο διασωθέν ίχνος, ή νέο ψήγμα που να θυμίζουν ότι κάποτε σε αυτή τη χώρα το κοινωνικό κράτος είχε κυρίαρχο ρόλο. Ήμουν 18-19 χρονών όταν ήρθα, από την Ελλάδα της δικτατορίας στην Σουηδία της σοσιαλοδημοκρατίας. Σχετικά ανώριμος κοινωνικά και πολιτικά βρέθηκα σε μια χώρα που όλοι έκριναν και όλοι κρινόντουσαν ελεύθερα. Μια χώρα που έμελλε να γίνει και είναι η δεύτερη πατρίδα μου, όπου πέρασα τη μισή ζωή μου, που σέβομαι και νοιάζομαι, και της «χρωστάω» πολλά. Ειδικά, η πολιτική «γνωριμία» μου με το Ούλοφ Πάλμε ήταν ιδιαίτερα επιδραστική, κυρίως για τον τολμηρό και καταδικαστικό τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τις δικτατορίες (μεταξύ των οποίων και την ελληνική χούντα) και τις όποιες κοινωνικές αδικίες.
Ο Ούλοφ Πάλμε (1927–1986) ήταν ο χαρισματικός πρωθυπουργός της Σουηδίας (δύο φορές) και ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Ήταν γνωστός για την ενεργή ουδετερότητα και αντιιμπεριαλιστική ρητορική, την αντίδραση του κατά του Ψυχρού Πολέμου, τον διεθνή ακτιβισμό και υποστήριξη απελευθερωτικών κινημάτων στον Τρίτο Κόσμο, την έντονη κριτική προς τις ΗΠΑ (π.χ. για τον πόλεμο στο Βιετνάμ) και την ΕΣΣΔ (για την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία), και την διάθεση να μιλά δυνατά και ανοιχτά για ζητήματα δικαιωμάτων, δημοκρατίας και ανεξαρτησίας, συχνά προκαλώντας διπλωματικές εντάσεις.
Ο Ρόλος του Ούλοφ Πάλμε κατά τη Χούντα (1967–1974)
Ο Πάλμε ήταν ένας από τους πιο δυναμικούς και συνεπείς διεθνείς αντίπαλους της χούντας, τόσο ως υπουργός Παιδείας (1967–1969) όσο και ως πρωθυπουργός (από το 1969). Η στάση του χαρακτηρίστηκε από:
• Πολιτική καταδίκη και διπλωματική απομόνωση της χούντας
o Η Σουηδία, υπό την ηγεσία του Πάλμε, ψήφισε κατά της επανένταξης της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης.
o Κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα το 1972 (όπου συναντήθηκε με τον Παπαδόπουλο), έκανε έντονες δηλώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία, προκαλώντας αναστάτωση στο καθεστώς. Συγκεκριμένα στην ομιλία του ανέφερε, «Η Σουηδία πιστεύει στη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να κατανοήσει ότι η διεθνής κοινότητα δεν θα αποδεχτεί παραβιάσεις αυτών των αξιών.» Αυτή η δήλωση, σε μια χώρα υπό στρατιωτικό έλεγχο, θεωρήθηκε τόλμη και έδειξε ότι η Σουηδία δεν φοβόταν να αντιμετωπίσει ακόμα και συμμάχους του NATO (όπως ήταν η χούντα) όταν επρόκειτο για δημοκρατικές αρχές.
• Υποστήριξη των πολιτικών προσφύγων και των αντιφρονούντων
o Πολλοί Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες (συμπεριλαμβανομένων και σημαντικών προσωπικοτήτων όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου) βρήκαν καταφύγιο και ενεργό πολιτική στήριξη στη Σουηδία. Ο Πάλμε και το σουηδικό κράτος του χορήγησαν άμεσα πολιτικό άσυλο. Ο Παπανδρέου εγκαταστάθηκε στη Στοκχόλμη, όπου του προσφέρθηκε μια έδρα Καθηγητή Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης.
o Η σουηδική πρεσβεία στην Αθήνα αναφέρεται ότι βοηθούσε στην παροχή ασύλου ή στη διαφυγή Ελλήνων. Τον Ιούλιο του 1970, ο Σουηδός πρέσβης στην Αθήνα, Έρικ Λιούντεν, παρενέβη προσωπικά για να αποτρέψει τη σύλληψη μιας ομάδας Ελλήνων αντιφρονούντων που είχαν καταφύγει στο σουηδικό πλοίο «Άννα Μαρία». Οι ελληνικές αρχές ετοιμάζονταν να εισέλθουν και να συλλάβουν όσους ήταν μέσα. Ο πρέσβης Λιούντεν, επικαλούμενος διπλωματική ασυλία και πιέζοντας σε υψηλό επίπεδο, κατάφερε να τους προστατεύσει και να εξασφαλίσει την ασφαλή τους αναχώρηση από την Ελλάδα.
o Η Σουηδία επέτρεψε και χρηματοδότησε τη λειτουργία του «Ελεύθερου Ελληνικού Ραδιοφώνου» (ΕΕΡ). Από τη Στοκχόλμη, το ΕΕΡ μεταδιδόταν σε βραχέα κύματα και αποτελούσε κρίσιμη πηγή ενημέρωσης και προπαγάνδας εναντίον της χούντας, φτάνοντας σε ακροατήριο εντός Ελλάδας.
o Ο Μίκης Θεοδωράκης, αν και δεν έζησε στη Σουηδία, βρήκε εκεί ισχυρούς υποστηρικτές. Η σουηδική πτέρυγα του κινήματος αλληλεγγύης διοργάνωνε συναυλίες και εκδηλώσεις για να τονίσει τη δίωξή του από το καθεστώς και να συγκεντρώσει χρήματα για την αντίσταση.
• Δράση μέσω διεθνών οργανισμών και της ΟΝΕ
o Ο Πάλμε χρησιμοποίησε τη Διεθνή Αμνηστία και άλλα διεθνή δίκτυα για να ασκήσει πίεση στην ελληνική χούντα.
o Σε ομιλίες του στον ΟΗΕ καταδίκαζε ανοιχτά τη δικτατορία ως «φασιστική» και παραβίαση του Ευρωπαϊκού πνεύματος.
• Συμβολή στην επιστροφή στη δημοκρατία (1974)
o Μετά την πτώση της χούντας, ο Πάλμε και η Σουηδία συμμετείχαν ενεργά στη διεθνή οικονομική και πολιτική στήριξη της νέας ελληνικής δημοκρατίας. Η Σουηδία βοήθησε στην επανένταξη της Ελλάδας σε ευρωπαϊκούς θεσμούς και υποστήριξε την ένταξη στην ΕΟΚ (πρόδρομο της ΕΕ).
Η δράση του Πάλμε για την Ελλάδα αποτελεί κλασικό παράδειγμα της «ηθικής εξωτερικής πολιτικής» που ήθελε να υιοθετήσει η Σουηδία. Για πολλούς Έλληνες της εποχής, ο Πάλμε ήταν σύμβολο διεθνούς αλληλεγγύης και θυμόταν με σεβασμό.
Η σημαντική αυτή σουηδική αντιδιδακτορική δραστηριότητα οδήγησε στην αναγνώριση της στήριξης της Σουηδίας σε μια δημοκρατική Ελλάδα, το ηθικό και πολιτικό χρέος που η Ελλάδα της μεταπολίτευσης ίσως αισθανόταν απέναντι στη Σουηδία και στον Πάλμε, και την ιδέα ότι η Ελλάδα θα πρέπει να «επιστρέψει» αυτή τη χάρη, υιοθετώντας μια εξωτερική πολιτική που στηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία — όπως έκανε ο Πάλμε.
Ο Olof Palme επισκέφθηκε την Κούβα τον Ιούνιο του 1975. Στις 29 Ιουνίου 1975, πραγματοποίησε ομιλία στην πόλη Santiago de Cuba μαζί με Fidel Castro, ενώ η επίσκεψή του θεωρήθηκε ως η πρώτη επίσημη ευρωπαϊκή κυβερνητική επίσκεψη μετά την επανάσταση στην Κούβα.
Ποια είναι όμως τρέχουσα πολιτική κατάσταση και προς τα που βαδίζει η Σουηδία;
Η κοινωνική δημοκρατία στην Σουηδία είναι υπό πίεση έχοντας σταδιακά περάσει από το μοντέλο και την αμφίρροπη κληρονομιά του Πάλμε στη σημερινή πολιτική αντιπαράθεση. Αναζητά μια νέα ταυτότητα μέσα από το τέλος της ουδετερότητας και μια νέα «ηθική» βάση στο ΝΑΤΟ. Η χώρα έχει ανάγκη και ψάχνει νέο Πάλμε και δεν τον βρίσκει. Βρίσκεται έτσι σήμερα σε μια περίοδο σημαντικών μετασχηματισμών σε οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Η ανάλυση της πορείας της απαιτεί να εξεταστούν οι δομικές τάσεις, οι προκλήσεις και οι πιθανά σενάρια για το μέλλον.
Τρέχουσες Πολιτικές Εξελίξεις και Διαρθρωτικές Τάσεις
Η Σουηδία διέπεται σήμερα από μια βαθιά πολιτική παραδοξότητα. Μια μειοψηφική κυβέρνηση συντηρητικού κέντρου-δεξιάς βαδίζει με τη συνεχή και καθοριστική στήριξη της ακροδεξιάς παράταξης «Σουηδοί Δημοκράτες», με ρίζες στον νεοναζισμό. Παρόλο που το κόμμα αυτό παραμένει επίσημα εκτός κυβέρνησης, η επιρροή του είναι καθοριστική σε ζωτικά θέματα, ιδίως στη μεταναστευτική πολιτική, νομοθεσία και εξωτερικές υποθέσεις. Αυτή η συμμαχία σηματοδοτεί ένα ιστορικό τέλος της εποχής του πολυπολισμού και του μοντέλου του «Λαϊκού Σπιτιού», που χαρακτήριζε τη σουηδική κοινωνία για δεκαετίες.
Αυτή η εσωτερική πολιτική μετατόπιση συμβαδίζει με μια δραματική αλλαγή στη στάση ασφαλείας της χώρας. Η απόφαση για ένταξη στο ΝΑΤΟ, σε συνεργασία με τη Φινλανδία, αντιπροσωπεύει μια πλήρη στροφή από την πολιτική της στρατιωτικής μη συμμετοχής σε συμμαχίες και αντικατοπτρίζει μια βαθιά αίσθηση ευάλωτης ασφάλειας μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ωστόσο, αυτή η νέα διεθνής θέση έρχεται σε περίπλοκη αντίθεση με τις έντονες εσωτερικές προκλήσεις. Η χώρα καταγράφει μια άπό τις υψηλότερες εγληματικότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη βία συμμοριών και την εξτρεμιστική βία να αποτελούν καθημερινά φαινόμενα που δοκιμάζουν τις δομές της κοινωνίας και την αποτελεσματικότητα του κράτους δικαίου.
Παράλληλα, το κλασικό μοντέλο του σουηδικού κράτους ευημερίας βρίσκεται υπό σημαντική πίεση. Η γήρανση του πληθυσμού, οι αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες και τα συστημικά προβλήματα σε βασικούς τομείς όπως η στέγαση και το σύστημα υγείας, όπου οι μακρές αναμονές έχουν γίνει σύνηθες φαινόμενο, διαβρώνουν την κοινωνική συνοχή και προκαλούν αμφισβήτηση για την αποδοτικότητα και τη βιωσιμότητα ενός συστήματος που βασίζεται σε υψηλούς φόρους και υψηλή ποιότητα ζωής.
Διάρθρωση της Οικονομίας και Δομικές Προκλήσεις
Η σουηδική οικονομία στηρίζεται σε δύο βασικούς, αλλά συχνά αντιφατικούς, πυλώνες. Από τη μια πλευρά, η χώρα διατηρεί μια εξαιρετική θέση σαν παγκόσμιος ηγέτης στην καινοτομία, την έρευνα και την ανάπτυξη, με επενδύσεις που ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ. Οι τομείς της τεχνολογίας, των πράσινων λύσεων και της βιομηχανίας υψηλής προστιθέμενης αξίας, με εταιρείες όπως η Ericsson, η Volvo και η Spotify, εξασφαλίζουν την ανταγωνιστικότητα και την εξαγωγική δύναμη της χώρας, όπου περίπου το μισό του εθνικού προϊόντος βασίζεται σε διεθνές εμπόριο.
Από την άλλη πλευρά, αυτή η οικονομική επιτυχία συμβαδίζει με σοβαρά δομικά προβλήματα που απειλούν την μακροπρόθεσμη ισορροπία της. Το σύστημα στέγασης, με τις μακροχρόνιες λίστες αναμονής και την ανεπαρκή προσφορά κατοικιών στις αγορές των πόλεων, έχει οδηγήσει σε εκτοξευμένα ενοίκια και κοινωνική ανασφάλεια. Η ενεργειακή μετάβαση, αν και υποστηρίζεται από υδροηλεκτρική και αιολική ενέργεια (πυρηνική;) αντιμετωπίζει αβεβαιότητα και αυξημένο κόστος σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον χωρίς ρωσικά καύσιμα. Επιπλέον, η έντονη συγκέντρωση οικονομικής δραστηριότητας και πληθυσμού στη Στοκχόλμη ενισχύει τις περιφερειακές ανισότητες, αφήνοντας πολλές μικρότερες πόλεις (εκτός του Γκέτεμποργκ και Μάλμε) αντιμετωπίζουν μείωση.να αντιμετωπίζουν πληθυσμική μείωση και οικονομική στασιμότητα.
Το πιο κρίσιμο δίλημμα, ωστόσο, έγκειται στην αγορά εργασίας. Παρά την υιοθέτηση μιας εξαιρετικά περιοριστικής μεταναστευτικής πολιτικής, η οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά κενά σε κρίσιμους τομείς όπως η υγειονομική περίθαλψη, η μηχανική και οι τεχνολογίες. Το αναποτελεσματικό σύστημα αναγνώρισης τίτλων σπουδών για μετανάστες και η δυσκολία ένταξης στο εργατικό δυναμικό οδηγούν σε μια παραδόξου μορφής κατάσταση. μια κοινωνία που κλείνει τα σύνορά της αντιμετωπίζει ταυτόχρονα επιτακτική ανάγκη για νέους εργαζόμενους για να διατηρήσει τη δυναμική της και να αντιμετωπίσει τη γήρανση του πληθυσμού της.
Μελλοντικές Προβλέψεις και Εναλλακτικά Σενάρια
Διακρίνονται τέσσερα βασικά σενάρια για το μέλλον της Σουηδίας, καθένα από τα οποία προκύπτει από διαφορετική εξέλιξη των σημερινών εσωτερικών αντιθέσεων.
Το πρώτο σενάριο προβλέπει τη διατήρηση ενός τροποποιημένου στάτους κβο. Σε αυτή την εκδοχή, η χώρα διατηρεί την οικονομική της ανταγωνιστικότητα μέσω της συνέχισης της καινοτομίας και της ηγεσίας της στην πράσινη μετάβαση. Η πολιτική σταθερότητα εξασφαλίζεται μέσω της συνεχιζόμενης, αλλά εύθραυστης, συνεργασίας μεταξύ των συντηρητικών και της Σουηδήμοκρατίας, μολονότι με κόστος την ένταση και την κοινωνική πόλωση. Στο διεθνές πεδίο, η Σουηδία εντείνει τον ρόλο της σαν αξιόπιστος εταίρος στο ΝΑΤΟ και ενεργός παίκτης στις υποθέσεις της Αρκτικής και της υποστήριξης στην Ουκρανία.
Το δεύτερο, πιο απαισιόδοξο σενάριο, προβλέπει μια ολίσθήσης προς κοινωνική κρίση και οικονομική παρακμή, κάτι στο οποίο «καλομαθημένος» σουηδός πολίτης πολύ δύσκολα θα μπορέσει να ανταπεξέλθει και να βρει λύσεις. Εάν τα προβλήματα της συμμοριακής βίας, της στέγασης και του κοινωνικού αποκλεισμού ορισμένων ομάδων επιδεινωθούν, η χώρα θα αντιμετωπίσει αυξημένη φυγή καταρτισμένων ατόμων και μείωση των ξένων άμεσων επενδύσεων. Η πολιτική αστάθεια, με συχνές εκλογές και αδυναμία σχηματισμού κυβερνήσεων με σαφή πολιτική ατζέντα, θα αποδυναμώσει τη λήψη αποφάσεων για κρίσιμα δομικά ζητήματα, όπως οι ενεργειακές υποδομές και η μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας, οδηγώντας σε ένα φαύλο κύκλο παρακμής.
Το τρίτο σενάριο περιλαμβάνει μια νέα πολιτική συμμαχία στο κέντρο-αριστερό τμήμα του φάσματος. Η δυνατότητα επανασύνδεσης των Σοσιαλδημοκρατών με τα κεντρώα και πράσινα κόμματα, για να ανατραπεί η σημερινή κυβέρνηση, θα οδηγούσε σε μια πολιτική μετατόπιση προς μια πιο φιλελεύθερη μεταναστευτική πολιτική, επανένταξη στο κράτος πρόνοιας και δυνατότητα νεοδιανομής πλούτου μέσω φορολογικών μέτρων. Ωστόσο, μια τέτοια κυβέρνηση θα αντιμετώπιζε σφοδρή αντίσταση από τη δεξιά και την ακροδεξιά, με αποτέλεσμα πιθανές πολιτικές «τρικλοποδιές».
Τέλος, ένα τέταρτο σενάριο προβάλλει τη Σουηδία σαν μια «Βόρεια Ελβετία». Σε αυτή την εκδοχή, η χώρα ενισχύει τον ιδιωτικό τομέα και την φορολογική της ελκυστικότητα, προσελκύοντας πολυεθνικές εταιρείες και υψηλόμισθους αλλοδαπούς. Μεταμορφώνεται σε μια χώρα-άγκυρα για τεχνολογικές και οικονομικές επενδύσεις. Το τίμημα αυτής της πορείας, ωστόσο, θα ήταν η περαιτέρω αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων και η σταδιακή υποβάθμιση του κράτους πρόνοιας, αλλάζοντας ουσιαστικά το κοινωνικό της συμβόλαιο.
Συμπεράσματα – Η Πορεία προς ένα Νέο Συμβιβασμό
Συνολικά, η πορεία της Σουηδίας καθορίζεται από την ικανότητά της να διαχειριστεί μια σειρά από βαθιές εσωτερικές αντιθέσεις. Πολιτικά, έχει εισέλθει σε μια περίοδο παρατεταμένης μετάβασης, όπου η συναινετική διακυβέρνηση του παρελθόντος αντικαθίσταται από ένα πιο πολωμένο και τακτικό μοντέλο, με τη συνεχή και ισχυρή παρουσία της ακροδεξιάς. Η πλήρης εναρμόνιση στο ΝΑΤΟ θα είναι ο κεντρικός πυλώνας της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής για τις επόμενες δεκαετίες.
Οικονομικά, η χώρα είναι πολύ πιθανό να διατηρήσει την υψηλή ανταγωνιστικότητά της στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας και των πράσινων βιομηχανιών. Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη επιτυχία θα κριθεί από την ανάπτυξη αποτελεσματικών λύσεων για τα δομικά προβλήματα της στέγασης, της ενέργειας και, κυρίως, της αντιφατικής ζήτησης για κλειστά σύνορα και ταυτόχρονα νέο εργατικό δυναμικό.
Κοινωνικά, η μεγαλύτερη πρόκληση θα είναι η αναζήτηση μιας νέας ισορροπίας μεταξύ της κοινωνικής συνοχής και της αποδοχής της πολυπολιτισμικής πραγματικότητας, σε ένα περιβάλλον όπου η βία και οι ανισότητες δοκιμάζουν την ανθεκτικότητα του κοινωνικού ιστού.
Το πιο πιθανό μέλλον είναι ένα μικτό σενάριο. Μια Σουηδία οικονομικά δυναμική και καινοτόμα, αλλά με αυξημένες εσωτερικές τριβές. Μια χώρα που θα επιμένει σε μια αυστηρή, γενικόλογη μεταναστευτική πολιτική, ενώ θα δημιουργεί ταυτόχρονα εξαιρέσεις και «πράσινες γραμμές» για να προσελκύσει τους ειδικευμένους εργαζόμενους που χρειάζεται απεγνωσμένα. Μια χώρα που θα ενισχύει τη στρατιωτική και αμυντική της θέση εντός του ΝΑΤΟ, ενώ παράλληλα προσπαθεί να προστατεύσει το εσωτερικό κοινωνικό της μοντέλο.
Η ουσιαστική επιτυχία της Σουηδίας θα μετρηθεί τελικά στην ικανότητά της να συνθέσει αυτές τις αντιφάσεις και να ορίσει έναν νέο, βιώσιμο και κοινωνικά αποδεκτό συμβιβασμό μεταξύ της προστασίας της εθνικής της ταυτότητας και της ανοικτής προσαρμοστικότητας που απαιτεί ο 21ος αιώνας. Η διαδρομή προς αυτόν τον συμβιβασμό θα καθορίσει αν η χώρα θα παραμείνει απλώς πλούσια και τεχνολογικά προηγμένη, ή αν θα καταφέρει να επαναπροσδιορίσει και πάλι το μοντέλο μιας δίκαιης, ανοικτής και προοδευτικής κοινωνίας σε μια νέα, πιο πολύπλοκη εποχή.