Οι περισσότεροι
γεωεπιστήμονες αναφέρουμε συχνά ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό
κοιτασματολογικά ορυκτό πλούτο. Σε σημείο που σε ένα τρίτο άτομο που διαβάζει
αυτά που λέγονται να δημιουργείται η εντύπωση ότι η Ελλάδα είναι πλούσια ορυκτές
πρώτες ύλες, αλλά δεν τις εκμεταλλεύεται . Από την άλλη διαβάζουμε ότι στην
Φινλανδία ξεκινάει η εξόρυξη νέου μεταλλείου λιθίου, στη Σουηδία ορυχείο
γραφίτη και κοίτασμα σπανίων γαιών βρίσκονται στο τελικό στάδιο αδειοδότησης, ενώ
στη Πορτογαλία υπάρχει πρόοδος στην έναρξη παραγωγικής αξιοποίησης κοιτασμάτων λιθίου.
Και ένα ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι το πότε συγκεκριμένα υπήρξε
τελευταία η έναρξη ενός νέου μεταλλείου ή ορυχείου στη χώρα μας; Γιατί
καθυστερεί το θέμα της ΛΑΡΚΟ και παραμενει ακόμη ανενεργή η μεταλλευτική
παραγωγή νικελίου και ενδεχόμενα κοβαλτίου; Πόσο ερευνητικά προχωρημένες, κοιτασματολογικά
ώριμες, επενδυτικά ενεργές και αδειοδοτικά ενταγμένες είναι οι κατά περίπτωση μεταλλοφόρες
περιοχές της χώρας σε σχέση με αντίστοιχες δυναμικές περιοχές άλλων κρατών
μελών; Τι πρέπει να γίνει στην Ελλάδα ώστε αυτή η στασιμότητα στην εξορυκτική
και μεταλλευτική αξιοποίηση επιλεγμένων «εν δυναμει» κοιτασμάτων, να μετατραπεί
σε παραγωγική δυνατότητα και προοπτική;
Υπαρκτά κεντρικά
ζητήματα που απασχολούν τον κλάδο των γεωεπιστημών, της οικονομίας αλλά και την
ευρύτερη κοινωνία. Τη διάσταση δηλαδή ανάμεσα στην αναγνωρισμένη ύπαρξη ορυκτού
πλούτου και την πραγματική του αξιοποίηση. Θα προσπαθήσω να αναλύσω το θέμα όσο
πιο τεκμηριωμένα και αντικειμενικά μπορώ και γίνεται, απαντώντας στα διάφορα ερωτήματα
που υφίστανται.
Ελλάδα και ο ορυκτός
της πλούτος- Μύθοι και πραγματικότητα
Είναι απόλυτα
ορθό ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό και πολυποίκιλο ορυκτό πλούτο. Σε αντίθεση
με κάποιες παλαιότερες απόψεις περί «φτώχειας» της χώρας σε ορυκτές πρώτες ύλες
(ΟΠΥ), σήμερα είναι αποδεκτό ότι συγκαταλέγεται στις χώρες της ΕΕ με αξιόλογο
κοιτασματολογικό δυναμικό. Αυτό δεν είναι μια θεωρητική προσέγγιση, αλλά
τεκμηριώνεται από την ύπαρξη κοιτασμάτων βωξίτη (παραγωγή αλουμίνας και αλουμινίου),
νικελίου, μαγνησίτη, περλίτη (όπου η Ελλάδα κατέχει παγκόσμια παραγωγική πρωτοπορία),
καθώς και κοιτασμάτων μολύβδου- ψευδαργύρου-αργύρου-χρυσού και χαλκού-χρυσού,
αλλά και από δυναμικές κοιτασματολογικά μεταλλοφόρες εμφανίσεις όλων των
προηγούμενων, καθώς ακόμα και αντιμονίου, κοβαλτίου, παλλαδίου, γαλλίου,
σκανδίου, γερμανίου, βολφραμίου και σπάνιων γαιών.
Η εξορυκτική
δραστηριότητα στην Ελλάδα δεν είναι ανύπαρκτη. Ο κλάδος είναι εξωστρεφής (πάνω
από το 65% των πωλήσεων είναι εξαγωγές) και υποστηρίζει, άμεσα ή έμμεσα,
χιλιάδες θέσεις εργασίας . Αυτό που υστερεί είναι η έναρξη νέων, μεγάλων μεταλλευτικών έργων και η καθετοποίηση της παραγωγής, δηλαδή η μετατροπή των ΟΠΥ, όχι μόνο για
παράδειγμα σε ενδιάμεσα συμπυκνώματα, αλλά σε τελικά μεταλλικά και άλλα ορυκτά προϊόντα
υψηλής αξίας εντός της χώρας.
Πότε ξεκίνησε
τελευταία φορά ένα νέο μεταλλείο στην Ελλάδα;
Εδώ ακριβώς
βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Η ελληνική μεταλλευτική πραγματικότητα
χαρακτηρίζεται από δεκαετίες στασιμότητας όσον αφορά νέα έργα. Το τελευταίο
ρεαλιστικό εγχείρημα για ένα μεγάλο νέο έργο είναι αυτό του μεταλλείου χαλκού-χρυσού στις Σκουριές της
Χαλκιδικής, το οποίο είχε εμπλακεί σε μια πολυετή δικαστική και κοινωνική
διαμάχη, αλλά και τεχνολογική ανακολουθία ως προς την καθετοποίηση του έργου, χωρίς
να έχει ολοκληρωθεί ακόμη η παραγωγική του φάση.
Για να γίνει πιο
κατανοητή η ελληνική στασιμότητα, αρκεί να συγκρίνουμε την πορεία ενός έργου
στην Ελλάδα με αυτά που εξελλίσονται στη Φινλανδία, Σουηδία και Πορτογαλία.
Η περίπτωση
της ΛΑΡΚΟ- Ένα πολυδιάστατο αδιέξοδο
Η καθυστέρηση και
η «εκ των πραγμάτων» αδράνεια στο θέμα της ΛΑΡΚΟ αποτελεί την πιο χαρακτηριστική
περίπτωση της ελληνικής μεταλλευτικής παραγωγικής «παρωδίας» και είναι
αποτέλεσμα μιας σειράς αλληλένδετων παραγόντων, στη βάση πάντα αυτών που έχουν
δει το φώς της δημοσιότητας:
· Πολύπλοκο ιδιοκτησιακό: Η εταιρεία ανήκει στο Δημόσιο (ΤΑΙΠΕΔ),
την Εθνική Τράπεζα και τη ΔΕΗ, αλλά υπάρχουν παλιές απαιτήσεις και κατασχέσεις
από μετόχους της προηγούμενης ΛΑΡΚΟ, καθιστώντας αδύνατη οποιαδήποτε πώληση
υγιούς περιουσιακού στοιχείου.
· Οικονομική κατάρρευση: Τα διογκωμένα χρέη (π.χ. περίπου 310
εκατ. ευρώ στη ΔΕΗ) και η καταδίκη από την ΕΕ για παράνομες κρατικές ενισχύσεις
(πρόστιμο €136 εκατ.) καθιστούν την εταιρεία μη βιώσιμη.
· Περιβαλλοντική επιβάρυνση: Οι επιπτώσεις από τα εργοστάσια και η
απόρριψη σκουριάς στον Ευβοϊκό δημιουργούν ένα υπαρκτό περιβαλλοντικό φορτίο
που κανένας ιδιώτης επενδυτής δεν θέλει να επωμιστεί.
· Έλλειψη ανταγωνιστικότητας: Το υψηλό ενεργειακό κόστος φαίνεται πως καθιστά
την παραγωγή ασύμφορη σε σχέση με τις διεθνείς τιμές νικελίου.
Το πιθανότερο
σενάριο που ξεχωρίζει την πώληση των μεταλλείων (που έχουν αξία) από τη
χρεοκοπία του εργοστασίου, φαίνεται πως δεν είναι βιώσιμο αφού τόσο τα περιβαλλοντικά προβλήματα όσο και οι απλήρωτοι
εργαζόμενοι και προμηθευτές θα πρέπει να αντιμετωπιστούν και τακτοποιηθούν.
Οι λατερίτες είναι η κύρια κοιτασματολογική πηγή νικελίου (70% των αποθεμάτων και 60% παραγωγής νικελίου στο κόσμο), και σε πολλές περιπτώσεις κοβαλτίου (Φωτογραφία: LIFO, 2022).
Συγκριτική κοιτασματολογική
ωριμότητα Ελληνικών μεταλλοφόρων περιοχών
Εδώ η εικόνα
είναι μάλλον απογοητευτική. Ενώ χώρες όπως η Σουηδία, η Φινλανδία και η
Πορτογαλία έχουν ενταγμένα τα μεταλλευτικά τους έργα σε ένα σαφές, προβλέψιμο και ταχύρρυθμο εθνικό
και ευρωπαϊκό στρατηγικό πλαίσιο (όπως ο Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες - CRMA), η Ελλάδα υστερεί σημαντικά.
Τα στάδια ωριμότητας»
και ετοιμότητας μεταλλευτικών έργων στην Ελλάδα είναι είτε σε πολύ πρώιμο
ερευνητικό στάδιο είτε, όπως στην περίπτωση της ΛΑΡΚΟ, εγκλωβισμένα σε νομικά
και οικονομικά αδιέξοδα. Ένα επιπλέον, καθοριστικό εμπόδιο είναι ότι ένα σημαντικό ποσοστό (30-35%) των υπό
έρευνα ή βεβαιωμένων κοιτασμάτων βρίσκεται εντός του δικτύου Natura 2000, γεγονός που περιπλέκει ακόμα
περισσότερο την αδειοδότηση και συχνά επισύρει την τοπική και περιβαλλοντική
κινητοποίηση .
Τι θα μπορούσε
να γίνει για να αρθεί η στασιμότητα;
Η μετατροπή του
δυναμικού σε παραγωγική πραγματικότητα απαιτεί μια ριζική αλλαγή πολιτικής και
αντίληψης σε τρία επίπεδα:
·
Επίπεδο στρατηγικής και αδειοδότησης
o
Εθνική
Στρατηγική: Η Ελλάδα
χρειάζεται έναν σαφή, μακροπρόθεσμο εθνικό σχεδιασμό για την αξιοποίηση του
ορυκτού πλούτου, εναρμονισμένο με την ευρωπαϊκή πολιτική για τις στρατηγικές
και κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες (ΣΚΟΠΥ). Να γνωρίζουμε ακριβώς ποια κοιτάσματα
θέλουμε να αξιοποιήσουμε και γιατί.
o
Απλοποίηση
και διαφάνεια: Η
αδειοδοτική διαδικασία πρέπει να γίνει γρήγορη, σταθερή και διαφανής, χωρίς να
παραβλέπονται οι περιβαλλοντικοί κανόνες και η τήρηση των όρων υπέυθυνης και
βιώσιμης εξόρυξης. Η αβεβαιότητα διώχνει τις επενδύσεις.
o
Επίλυση
του "Natura
2000": Χρειάζεται
ένας ειλικρινής και τεκμηριωμένος διάλογος για το πώς μπορεί να αρθεί η
αντίφαση μεταξύ της προστασίας της φύσης και της αξιοποίησης του ορυκτού
πλούτου, πιθανότατα με αυστηρές περιβαλλοντικές μελέτες και στοχευμένες
εξαιρέσεις .
·
Επίπεδο κοινωνικής αποδοχής
o
Διάλογος
και ενημέρωση: Η εμπειρία
από την Πορτογαλία δείχνει ότι η τοπική κοινωνία μπορεί να σταθεί εμπόδιο,
ακόμα και σε έργα πράσινης μετάβασης . Η ενημέρωση, η διαφάνεια και η δίκαιη
αντιμετώπιση των τοπικών κοινοτήτων είναι προαπαιτούμενα. Οι πολίτες πρέπει να
δουν όφελος για τον τόπο τους.
o
Περιβαλλοντική
τελειότητα: Κάθε νέο έργο
πρέπει να είναι πρότυπο περιβαλλοντικής διαχείρισης, χρησιμοποιώντας τις
βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές για να ελαχιστοποιήσει το αποτύπωμά του. Η περίπτωση
της ΛΑΡΚΟ είναι ένα μάθημα του πώς δεν πρέπει να γίνεται η εξόρυξη .
·
Επίπεδο επενδύσεων και παραγωγής
o
Επίλυση
του ιδιοκτησιακού αδιεξόδου: Πρέπει να κλείσουν οριστικά εκκρεμότητες δεκαετιών, όπως αυτή της ΛΑΡΚΟ
για να μπορέσουν να προχωρήσουν νέες
λύσεις και σχήματα .
o
Προσέλκυση
στρατηγικών επενδυτών:
Δεν αρκεί οποιοσδήποτε επενδυτής. Χρειάζονται εταιρείες με τεχνογνωσία,
οικονομική επιφάνεια, εταιρική υπεθυνότητα και δέσμευση για βιώσιμη ανάπτυξη.
o
Καθετοποίηση: Ο στόχος δεν είναι μόνο η εξόρυξη, αλλά
και η επεξεργασία στην Ελλάδα, δημιουργώντας θέσεις εργασίας υψηλής
προστιθέμενης αξίας. Αυτό είναι το ζητούμενο και γίνεται για το λίθιο στη
Φινλανδία, τις σπάνιες γαίες στην Σουηδία, υπήρξε σε μεγάλο βαθμό για το
νικέλιο εδώ, και θα έπρεπε να συμβεί για το χαλκό και το χρυσό στα μεταλλεία
της ΒΑ Χαλκιδικής.
Συμπερασματικά, η
Ελλάδα δεν είναι φτωχή, αλλά η μεταλλευτική της πολιτική είναι εγκλωβισμένη σε
μια "ομηρία" αγκυλώσεων του παρελθόντος και σε μια επίμονη έλλειψη
μακρόπνοου σχεδιασμού. Ενώ η Ευρώπη αλλάζει και ανακαλύπτει ξανά την εξόρυξη ως
στρατηγική προτεραιότητα, η Ελλάδα κινδυνεύει να μείνει οριστικά πίσω,
βλέποντας τον ορυκτό της πλούτο να παραμένει «υπόγειος» και η οικονομία να
στερείται μια σημαντική αναπτυξιακή ευκαιρία.
Σε ότι αφορά στη
ΛΑΡΚΟ θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η πιο κρίσιμη και ευαίσθητη πλευρά του
προβλήματος, που είναι η ανθρώπινη διάσταση. Η μεταλλευτική δραστηριότητα δεν
είναι απλώς μια επιχειρηματική υπόθεση, αλλά είναι μαζί ταυτισμένη με τη ζωή,
την ιστορία και την επιβίωση ολόκληρων κοινοτήτων, όπως αυτές της Λάρυμνας και
της περιοχής της ΛΑΡΚΟ. Η λογική της "εκκαθάρισης" σαν λύση, αν και
νομικά και οικονομικά συχνά η πιο εύκολη, μπορεί να αποβεί κοινωνικά
καταστροφική.
Μια πρόταση που
θα μπορούσε δυνητικά να ανοίξει έναν δρόμο, που είναι ταυτόχρονα πιο δίκαιος
αλλά και εξαιρετικά δύσκολος, έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά.
Κρατική εξυγίανση
και πώληση υγιούς φορέα
Η ιδέα
συνοψίζεται στο ότι το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει το κόστος της εξυγίανσης
(πληρωμή χρεών, περιβαλλοντική αποκατάσταση) και στη συνέχεια πουλάει μια
"καθαρή" και λειτουργική εταιρεία, και την θέτει σε επενδυτική
διαδικασία. Ας δούμε τα υπέρ και τα κατά.
Πλεονεκτήματα
· Κοινωνική Δικαιοσύνη: Προστατεύονται οι εργαζόμενοι,
διασφαλίζονται οι θέσεις εργασίας και αποφεύγεται η κοινωνική αποσάθρωση μιας
περιοχής.
· Ελκυστικότητα για επενδυτές: Ένας επενδυτής θα αγοράσει ένα περιουσιακό
στοιχείο (τα μεταλλεία) χωρίς τα "βαρίδια" του παρελθόντος (παλαιά
χρέη, περιβαλλοντικές ευθύνες). Αυτό αυξάνει το ενδιαφέρον και το τίμημα.
· Επιτάχυνση διαδικασιών: Μια υγιής εταιρεία μπορεί να προχωρήσει
άμεσα σε επενδύσεις εκσυγχρονισμού και αύξησης της παραγωγής, χωρίς να
χρειάζεται να διαπραγματεύεται με πιστωτές.
Μειονεκτήματα
και ρεαλιστικά εμπόδια (το "γιατί" δεν συμβαίνει)
· Δημοσιονομικό κόστος: Το κόστος εξυγίανσης είναι μεγάλο. Μιλάμε
για:
o
Χρέη
προς ΔΕΗ (περίπου €310 εκατ.)
o
Πρόστιμο
από ΕΕ για παράνομες κρατικές ενισχύσεις (περίπου €136 εκατ.)
o
Χρέη
σε εργαζόμενους, προμηθευτές, ασφαλιστικά ταμεία.
o
Το
μεγάλο "αγκάθι"είναι το κόστος της περιβαλλοντικής αποκατάστασης
δεκαετιών. Δεν υπάρχει καν ακριβής αποτίμηση, αλλά σίγουρα μιλάμε για
εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
o
Συνολικά,
πιθανότατα μιλάμε για ένα ποσό που προσεγγίζει ή και ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ.
· Κρατικές ενισχύσεις (το νομικό
"στοίχημα"): Εδώ είναι η μεγάλη παγίδα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη καταδικάσει την
Ελλάδα για παράνομες κρατικές ενισχύσεις προς τη ΛΑΡΚΟ. Αν το Δημόσιο τώρα
"σβήσει" τα χρέη και πληρώσει το περιβαλλοντικό κόστος, αυτό θα
εκληφθεί από την ΕΕ σαν νέα, τεράστια κρατική ενίσχυση. Για να είναι νόμιμο, θα πρέπει να γίνει υπό
αυστηρούς όρους και πιθανότατα με έγκριση της Επιτροπής, κάτι που είναι
χρονοβόρο και αβέβαιο.
· Το πρόβλημα της σανταγωνιστικότητας: Ακόμα κι αν η εταιρεία γίνει
"υγιής" οικονομικά, παραμένει το διαχρονικό πρόβλημα της ΛΑΡΚΟ, ήτοι
το υψηλό ενεργειακό κόστος. Η παραγωγή νικελίου είναι ενεργοβόρα. Χωρίς μια
συμφωνία για ανταγωνιστική τιμή ρεύματος, η εταιρεία θα είναι ξανά ζημιογόνα σε
λίγα χρόνια, ανεξάρτητα από το ποιος τη διαχειρίζεται.
Μια ενδιάμεση,
πιο ρεαλιστική προσέγγιση
Λαμβάνοντας υπόψη
τα παραπάνω, ίσως μια πιο εφικτή λύση βρίσκεται στη μέση οδό:
· Διαχωρισμός ενεργητικού: Να γίνει διαχωρισμός των μεταλλείων (που
έχουν αξία) από το εργοστάσιο και τις περιβαλλοντικές εκκρεμότητες (που έχουν
κόστος).
· Πώληση των μεταλλείων: Τα μεταλλεία να πωληθούν άμεσα σε
επενδυτή. Αυτά δεν έχουν το βάρος των χρεών της μητρικής.
· Εκκαθάριση της παλιάς εταιρείας: Η παλιά ΛΑΡΚΟ (με το εργοστάσιο και τα
χρέη) να οδηγηθεί σε εκκαθάριση. Εδώ, όμως, παραμένει η ανησυχία:
o
Το
Δημόσιο πρέπει να εγγυηθεί και να καλύψει πλήρως τις οφειλές προς τους εργαζομένους (δεδουλευμένα, αποζημιώσεις) από τα
ταμεία του. Αυτό είναι ένα κόστος που μπορεί να απομονωθεί και να διαχειριστεί.
o
Η
περιβαλλοντική αποκατάσταση να αναληφθεί από το Δημόσιο (π.χ. με κονδύλια από
το Ταμείο Ανάκαμψης ή το ΕΣΠΑ, με την αιτιολογία της αποκατάστασης μιας
περιβαλλοντικής υποβάθμισης), και όχι από τον επενδυτή.
· Νέα μονάδα: Ο επενδυτής που θα πάρει τα μεταλλεία να δεσμευτεί
για την κατασκευή μιας νέας,
σύγχρονης μονάδας εμπλουτισμού/παραγωγής (πιθανότατα μικρότερης δυναμικότητας αλλά πιο
αποδοτικής), προσλαμβάνοντας κατά προτεραιότητα τους πρώην εργαζόμενους.
Αυτή η λύση:
·
Προστατεύει
τους εργαζόμενους (το
Δημόσιο πληρώνει τα οφειλόμενα).
·
Προσελκύει
επενδυτή (παίρνει
μόνο τα μεταλλεία, χωρίς παλιά χρέη και με σαφές πλαίσιο για νέα επένδυση).
·
Αντιμετωπίζει
το περιβαλλοντικό κόστος (αλλά το αναλαμβάνει το Δημόσιο, ίσως με τη λογική ότι είναι "ιστορική
οφειλή").
Η πρότασή για
κρατική εξυγίανση είναι ηθικά και κοινωνικά η βέλτιστη. Η μεγάλη πρόκληση είναι
το κόστος και η νομική της συμβατότητα με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η ενδιάμεση λύση
ίσως είναι η μόνη που μπορεί να "ξεκολλήσει" το τέλμα, σώζοντας τους
εργαζόμενους και δίνοντας μια δεύτερη ευκαιρία στην περιοχή, χωρίς να
επιβαρύνει υπέρμετρα τα δημόσια οικονομικά ή να προσκρούσει σε νομικά κωλύματα.
Αποτέλεσμα των
διαγωνισμών που επιχειρήθηκαν
Κυρίως για την
ιστορία και όχι για την ουσία των βασικών σημείων στα οποία αναφέρεται η
παρούσα παρέμβαση, συνοψίζονται παρακάτω ορισμένα χαρακτητριστικά του αδιεξόδου
στο οποίο οδηγήθηκαν οι μέχρι τώρα τεκταινόμενοι διαγωνισμοί και οι σχετικές
επενδυτικές προτάσεις, βάση κυρίως της δημοσιογραφιής ειδησιογραφίας.
Οι μέχρι τώρα διαγωνισμοί για την αξιοποίηση
της ΛΑΡΚΟ δεν καρποφόρησαν εξαιτίας ενός δυσθεώρητου συνδυασμού διαχρονικών
παθογενειών και δυσμενών συγκυριών, που λειτούργησαν αποτρεπτικά για κάθε
σοβαρό επενδυτή. Το βαρύ και αβέβαιο οικονομικό φορτίο της εταιρείας, με
συσσωρευμένα χρέη άνω των 600 εκατομμυρίων ευρώ, την υποχρέωση επιστροφής
παράνομων κρατικών ενισχύσεων ύψους 135 εκατομμυρίων με συνεχιζόμενα πρόστιμα
από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και το τεράστιο κόστος για την περιβαλλοντική
αποκατάσταση που εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 500 εκατομμύρια ευρώ, δημιουργούσε
ένα «φορτισμένο» τοπίο . Παράλληλα, ο υποψήφιος επενδυτής κλήθηκε
να αντιμετωπίσει την ανάγκη για άμεσες και δαπανηρές επενδύσεις ύψους
εκατοντάδων εκατομμυρίων για τον εκσυγχρονισμό ενός εντελώς απαρχαιωμένου
εξοπλισμού, ενώ το υψηλό ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα καθιστούσε ήδη ζημιογόνα
την πυρομεταλλουργική μονάδα της Λάρυμνας, η οποία βασιζόταν σε φτωχά
κοιτάσματα λατερίτη 0,95% σε νικέλιο, έναντι 1,4% διεθνώς. Σε αυτά τα
διαρθρωτικά προβλήματα προστέθηκαν και καθοριστικοί εξωγενείς παράγοντες, όπως
η πρωτοφανής ενεργειακή κρίση που εκτίναξε το λειτουργικό κόστος, η πτώση των
διεθνών τιμών νικελίου λόγω υπερπροσφοράς από χώρες όπως η Ινδονησία, αλλά και
οι αλλεπάλληλες δικαστικές εμπλοκές που παρέτειναν την αβεβαιότητα . Ακόμη, και η πλειοδότρια κοινοπραξία,
παρότι είχε αναδειχθεί προτιμητέος επενδυτής, απέσυρε το ενδιαφέρον της
επικαλούμενη ακριβώς αυτές τις δυσμενείς μεταβολές στην αγορά ενέργειας και
μετάλλων, καθώς και τις συνεχιζόμενες δικαστικές περιπέτειες, επισφραγίζοντας
την αποτυχία ενός εγχειρήματος που χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικού
σχεδιασμού και χρόνιες γραφειοκρατικές αγκυλώσεις.