The minerals resources sector is the source of a significant proportion of materials on which the society depends on. It supports regional communities, creates employment, provides facilities and enhances services, including health, education and welfare, through its contribution to local, regional and national economies. However, the growth of industrial economies, like for instance the Chinese and the Indian, has led to a tremendous upward spiral of mineral consumption, in this case accompanied by a shift of emphasis to base metals and industrial minerals for steel manufacturing and building. The demand is becoming so great that even low and deep - seated mineral concentrations can reasonably considered ore deposits. This means the European mineral industry will probably have to be reshaped in terms of exploration and exploitation practises. The main target is to increase the commodity base and range of European mineral resources. This has been frequently indicated and documented lately through in a number of European studies and market analyses (e.g. Analysis of the competitiveness of the EU Non - Energy Extractive Industry), technology platforms (e.g. European Technology Platform for Sustainable Mineral Resources), strategies (e.g. Towards Thematic Strategy on the Sustainable Use of Natural Resources), policies and initiatives (e.g. Raw materials Initiative, GMES, INSPIRE), and RTD projects (e.g. BioMine, ProMine) related to relevant FP calls. Europe shows a growing and accelerating consumption of mineral commodities. At the moment supply to meet these demands is or is not adequate cannot be stated with any precision for supply is a matter of resources and the knowledge ability to exploit them with respect to sustainability. The evidence of recent years on European metallogenetic belts proves that major new ore deposits may still be found. Europe should become world’s key asset in promoting sustainable use of mineral resources. Both primary and secondary resources, in terms of re-use of by-products and mine wastes should be exploited. Through in average over 50 years of existence the Greek Institute of Geology and Mineral Exploration acquired huge amounts of data on Greece’s geology and mineral resources. In this respect, there is great potential for future discoveries of large scale and deep-seated deposits and sustainable minerals supply from Greek source.
*Dr. Economic Geologist, IGME, Regional Division of central Macedonia, Fragon 1, 54626 Thessaloniki, Greece. narvanitidis@thes.igme.gr
Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009
Βιώσιμη ανάπτυξη με «πράσινα» ορυκτά
Τα ορυκτά αποτελούν τις πρώτες ύλες για σημαντικά προϊόντα και κατασκευαστικές υποδομές που καλύπτουν πολλές και ποικίλες καθημερινές ανάγκες του ανθρώπου και συνεισφέρουν στην βελτίωση της ποιότητας ζωής του. Τα αυτοκίνητα και τα αεροπλάνα, οι ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, τα φάρμακα και τα καλλυντικά, τα κτίρια και οι δρόμοι, η ενέργεια είναι μερικά παραδείγματα βασικών προϊόντων και υλικών με έντονη παρουσία ορυκτών πρώτων υλών στην σύνθεση τους. Υπολογίζεται ότι κάθε άνθρωπος καταναλώνει περίπου 17 τόνους ορυκτών τον χρόνο. Οι καταναλωτικές ανάγκες τείνουν αυξανόμενες, κυρίως λόγω του υψηλού ρυθμού ανάπτυξης στην Κίνα και τις Ινδίες, με την Ευρώπη να ακολουθεί, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχουν προβλέψεις για 50% πληθυσμιακή αύξηση του πλανήτη μέχρι το 2050. Και βέβαια στην εξέλιξη αυτή συμβάλλουν διαχρονικά και όλοι αυτοί που σήμερα αντιδρούν απέναντι σε κάθε μορφή εξορυκτικής δραστηριότητας και προτείνουν την κατάργηση της. Στο σημερινό μοντέλο ανάπτυξης η αξιοποίηση των κοιτασμάτων ορυκτών πρώτων υλών βρίσκεται στο επίκεντρο της βιώσιμης εκμετάλλευσης και διαχείρισης των φυσικών πόρων. Οι διαθέσιμες σήμερα «πράσινες» τεχνολογίες παραγωγής και η νέα γενιά «πράσινων» ορυκτών και μετάλλων, σε συνδυασμό με τις καινοτόμες οικολογικές εφαρμογές και χρήσεις που προκύπτουν, προσθέτουν πέραν της πλουτοπαραγωγικής και μετρήσιμη κοινωνική και περιβαλλοντική αξία. Ο βαθμός επάρκειας και διαθεσιμότητας των «πράσινων» μετάλλων μπορεί να περιορίσει την υπερθέρμανση του πλανήτη. Η Ελλάδα έχει ήδη πρωταγωνιστικό ρόλο στην παγκόσμια παραγωγή νικελίου, αλουμινίου, περλίτη, μπεντονίτη, λευκολίθου και μαρμάρων, ενώ φιλοξενεί και πλούσια κοιτάσματα βασικών, πολύτιμων και άλλων μετάλλων. Η συνολική απασχόληση στην παραγωγική διαδικασία μη-ενεργειακών ορυκτών ανέρχεται σε 22.000 εργαζόμενους και ο «τζίρος» του 2008 σε 2,5 δις. ευρώ, μεγέθη που αντιπροσωπεύουν το 10% και 5% των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Οι παραγωγές για το 2008 ανήλθαν σε περίπου 140 εκ. τόνους «κατασκευαστικών», 6 βιομηχανικών και 5,5 μεταλλικών ορυκτών, με τον εξαγωγικό προσανατολισμό μερικών από αυτά να προσεγγίζει το 65%. Η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου αποτελεί μοναδικό συγκριτικά παραγωγικό πλεονέκτημα της χώρας και εγγύηση για να μπορεί το αναπτυξιακό μοντέλο που όλοι εμείς επιλέξαμε, υπηρετούμε και απολαμβάνουμε να παραμένει βιώσιμο και προοδευτικό.
Πράσινη Οικονομία Βιώσιμη Ανάπτυξη
Το 1987 η πρωθυπουργός της Νορβηγίας Γκρο Χάρλεμ Μπρούντλαντ αναφέρθηκε στην Βιώσιμη Ανάπτυξη σαν «την ανάπτυξη που αντιμετωπίζει τις σημερινές ανάγκες χωρίς να διακυβεύονται οι δυνατότητες των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους». Πολλοί συμφώνησαν χαρακτηρίζοντας την προσέγγιση αυτή μοναδική διέξοδο για την αειφόρο αξιοποίηση των φυσικών πόρων του πλανήτη. Στην κατεύθυνση αυτή η ευρωπαϊκή στρατηγική για την βιώσιμη ανάπτυξη κατέστρωσε ένα πολύ καλά οργανωμένο, συνεκτικά δομημένο και απόλυτα ορθολογιστικό σχέδιο. Στην βάση συγκεκριμένων επιλογών, τομεακών προτεραιοτήτων και ιεραρχιμένων στόχων προέταξε την ευημερία των ευρωπαίων πολιτών. Σε ένα πρώτο στάδιο πολιτικών αποφάσεων τέθηκαν σε ισχύ οι συνθήκες του Γκαίτεμποργκ για την διαμόρφωση των όρων βιωσιμότητας, της Λισσαβόνας για αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης και της Βαρκελώνης για την δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου έρευνας και διπλασιασμό των σχετικών κονδυλίων. Σε ένα δεύτερο στάδιο ο υπηρεσιακός μηχανισμός της Ένωσης ανέλαβε την θεσμοθέτηση κατάλληλων κανονιστικών Οδηγιών και άλλων θεματικών Πρωτοβουλιών για να μετατρέψει τις αρχικές πολιτικές αποφάσεις σε διαδικαστικά και εποπτικά εργαλεία καθημερινού ελέγχου και πρακτικής. Σε ένα τρίτο στάδιο το θεσμικό πλαίσιο υιοθετείται και εναρμονίζεται εξειδικευμένα σε επιμέρους αναπτυξιακούς τομείς μέσα από επιτελικές τεχνολογικές πλατφόρμες και πρωτόκολλα χρηματοδότησης ερευνητικών προγραμμάτων, με αιχμή του δόρατος το 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο, 2007-2013. Στον πυρήνα όλων των προαναφερόμενων εξελίξεων βρίσκεται το δικαίωμα όλων των ευρωπαίων για απασχόληση και ποιοτικό περιβάλλον, με τις αρχές και τους όρους της «πράσινης» οικονομίας. Για παράδειγμα η μεταλλευτική βιομηχανία επιλέγει την εφαρμογή «πράσινων» τεχνολογιών για την παραγωγή και την χρήση οικολογικών ορυκτών. Η νέα ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τις Πρώτες Ύλες επαναφέρει τα ορυκτά στο επίκεντρο του αναπτυξιακού ενδιαφέροντος προς όφελος των καθημερινών αναγκών και της ποιότητας ζωής των πολιτών. Βασικό ζητούμενο είναι ο εντοπισμός και βιώσιμη εκμετάλλευση «κρυφών» κοιτασμάτων μεγάλου βάθους, και η τόνωση της περιφερειακής οικονομίας. Και ενώ πολλές χώρες συντάσσονται με τις εξελίξεις αυτές, ενισχύοντας το αποθεματικό και παραγωγικό τους δυναμικό σε στρατηγικά μέταλλα, αυξάνοντας την απασχόληση και κατοχυρώνοντας την «πράσινη» οικονομία, στην Ελλάδα η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου παραμένει αντιφατική και αναποτελεσματική.
«ΧΡΥΣΑΦΙ» ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΑ
Το 2007 είναι η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά που τα μεταλλικά ορυκτά βρίσκονται στο επίκεντρο της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής.Η οικονομική τους αξία ακολουθεί μια «τρελή κούρσα» ανοδικής πορείας, με αποτέλεσμα οι αντίστοιχες χρηματιστηριακές τάσεις άλλα και οι διαρκώς αυξανόμενες τιμές τους, να σπάνε τα φράγματα των καλύτερων επιδόσεων όλων των εποχών.Και βέβαια οι εξελίξεις αυτές δεν αφορούν μόνο στις γνωστές αναλαμπές των πολύτιμων μετάλλων,όπως είναι ο χρυσός, ο άργυρος και τα πλατινοειδή,που πολύ συχνά «σπεκουλάρονται» στη βάση χρηματιστηριακών και επενδυτικών παιχνιδιών, σε σχέση με τις νομισματικές διακυμάνσεις του δολαρίου.Στην συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται περισσότερο για μέταλλα βασικά στην αντιμετώπιση καθημερινών αναγκών των πολιτών, όπως είναι ο ψευδάργυρος, ο μόλυβδος, ο χαλκός, το αλουμίνιο και το νικέλιο.Νέες τεχνολογικής χρήσεις και προϊόντα,αλλά κύρια οι υψηλόρυθμες αναπτυξιακές ανάγκες της Κίνας αλλά και της Ινδίας(ο δείκτης τρέχουσας ανάπτυξης ξεπερνάει αντίστοιχα το 10%) , έχουν αυξήσει δραστικά τη ζήτηση και κατανάλωσή τους, γεγονός που τείνει να υπερδιπλασιάσει τις τιμές τους.Την ίδια στιγμή έξαντλούνται τα διαθέσιμα μεταλλικά αποθέματα με αποτέλεσμα την παραπέρα ανοδική τιμαριθμική πορεία των προαναφερόμενων μετάλλων που εμφανίζουν μέσες αυξήσεις από 1,3-3,4% την εβδομάδα μέσα στον Οκτώβριο.Οι ίδιες περίπου τάσεις παρατηρούνται και στα πολύτιμα μέταλλα με ακόμη δυναμικότερες επιμέρους αυξήσεις. Σε κάθε περίπτωση οι θετικές εκτιμήσεις για τη διατήρηση του ευνοϊκού κλίματος παραμένουν, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχουν προβλέψεις για νέες υπερβολικά υψηλές τιμές.Η χώρα μας είναι σημαντική παραγωγός αλουμινίου και νικελίου, ενώ η οικονομική αξία των βεβαιωμένων σήμερα αποθεμάτων χρυσού, αργύρου, ψευδαργύρου, μολύβδου και χαλκού στη Β. Ελλάδα, ανέρχεται περίπου,σύμφωνα με τις τρέχουσες τιμές, σε 20 δις.ευρώ.Ένα μέγεθος με ιδιαίτερα δυναμική παρουσία και προοπτική.Το ερώτημα είναι ποια άλλη παραγωγική πηγή μπορεί σήμερα να εγγυηθεί αντίστοιχη οικονομική σταθερότητα και κοινωνική πρόοδο και μάλιστα με τον μοναδικό τρόπο που αυτή μπορεί να συμβάλλει στην βιωσιμότητα της περιφερειακής ανάπτυξης.
ΠΕΡΙΦΕΡΟΜΕΝΗ ΔΕΘ
Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς είναι σύμφωνοι ότι έχει ωριμάσει πλέον η σκέψη για την μετεγκατάσταση της ΔΕΘ εκτός πόλης, όπως αρμόζει στην σύγχρονη πολεοδομική αντίληψη και πρακτική ενός μεγάλου ευρωπαϊκού αστικού κέντρου. Αυτό απαιτεί βέβαια πολιτικό όραμα, στρατηγικό σχέδιο και αποφασιστικότητα χαρακτηριστικά που δυστυχώς απουσιάζουν στην περίπτωση της ΔΕΘ. Γιατί ενώ όλοι οι φορείς, σε συνδυασμό και με τις συζητήσεις και προτάσεις που υπήρξαν στο πλαίσιο χωροθέτησης της EXPO, υπερθεματίζουν για την μετακίνηση της δυτικά πρόσφατες παραφωνίες δείχνουν ανατολικά. Προωθείται για άλλη μια φορά η γνωστή συντηρητική και «νεοπλουτιστική» λύση, που ουσιαστικά καταδικάζει τον θεσμό στην γεωγραφική απομόνωση και χωροταξική ασφυξία, απέναντι σε μια προοδευτική και ανατρεπτική για τα ισχύοντα αναπτυξιακά δεδομένα της ευρύτερης περιοχής επιλογή που ανοίγει νέους δυναμικούς ορίζοντες. Η υπεροχή της δυτικής πλευράς της πόλης είναι δεδομένη. Το φυσικό περιβάλλον, με την διαμόρφωση της παράκτιας ζώνης από την παρουσία δελταϊκών συστημάτων τέσσαρων ποταμών, προσφέρει σημαντική οικοτουριστική αξία. Οι σημαντικότεροι αρχαιολογικοί χώροι της Μακεδονίας βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής. Μεγάλοι οδικοί άξονες, όπως η ΠΑΘΕ και η Εγνατία, καταλήγουν και συγκλίνουν στην δυτική είσοδο κάνοντας εύκολη την πρόσβαση από όλη την Ελλάδα αλλά και την Βαλκανική ενδοχώρα. Η προαστιακή σιδηροδρομική διασύνδεση είναι απόλυτα εφικτή, ενώ η προοπτική μεταφοράς του αεροδρομίου στην ίδια περιοχή ακούγεται το τελευταίο διάστημα όλο και περισσότερο. Επίσης, η πιλοτική εξυγίανση, αποκατάσταση και ανάπλαση μιας βιομηχανικά επιβαρημένης περιαστικής ζώνης, όπως άλλωστε συνέβει στην Λισσαβώνα, στο Παρίσι και αλλού, αποτελεί πρόκληση και ευκαιρία για την Θεσσαλονίκη. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η χωροθέτηση της ΔΕΘ στα δυτικά όρια του πολεοδομικού ιστού είναι θέμα αναπτυξιακής ισσοροπίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και λειτουργικής βιωσιμότητας. Είναι καιρός σ’αυτή την πόλη να επικρατήσουν η πολεοδομική συνέπεια και οι ορθολογιστικές σκέψεις και αποφάσεις. Διαφορετικά την επόμενη φορά θα υπάρξει κάποιος που θα προτείνει τον Λαγκαδά, άλλος το Κιλκίς και πάει λέγοντας.
«ΟΡΥΚΤΟΛΟΓΙΚΗ» ΑΝΑΠΤΥΞΗ
Η αναπτυξιακή στρατηγική της Ευρώπης είναι αποτέλεσμα ενός πολύ καλά οργανωμένου, συνεκτικά δομημένου και απόλυτα ορθολογιστικού σχεδίου. Στην βάση συγκεκριμένων επιλογών, τομεακών προτεραιοτήτων και ιεραρχιμένων στόχων αναζητά και επιδιώκει την ευημερία των ευρωπαίων πολιτών. Σε ένα πρώτο στάδιο πολιτικών αποφάσεων τέθηκαν τα θεμέλια με τις συνθήκες του Γκαίτεμποργκ για την διαμόρφωση όρων βιώσιμης ανάπτυξης, της Λισσαβόνας για αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης στο πλαίσιο εφαρμογής καινοτόμων τεχνολογιών βιομηχανικής παραγωγής, και της Βαρκελώνης για την δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου έρευνας και διπλασιασμό των σχετικών κονδυλίων. Σε ένα δεύτερο στάδιο την σκυτάλη πήρε ο νομοπαρασκευαστικός υπηρεσιακός μηχανισμός της Ένωσης που ανέλαβε, με την θεσμοθέτηση κατάλληλων κανονιστικών Οδηγιών (π.χ. Οδηγίες για τα Νερά, τα Εδάφη, τα Απόβλητα κ.ά.), γνωμοδοτικών Εγκυκλίων(π.χ. Στρατηγική για Βιώσιμη Χρήση των Φυσικών Πόρων) και άλλων θεματικών Πρωτοβουλιών (π.χ. Πρωτοβουλία για τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες-ΟΠΥ), να μετατρέψει τις αρχικές πολιτικές αποφάσεις σε διαδικαστικά και εποπτικά εργαλεία «καθημερινού» ελέγχου και πρακτικής. Σε ένα τρίτο στάδιο το θεσμικό πλαίσιο υιοθετείται και εναρμονίζεται εξειδικευμένα σε επιμέρους αναπτυξιακούς τομείς μέσα από επιτελικές τεχνολογικές πλατφόρμες( π.χ. Ευρωπαϊκή Τεχνολογική Πλατφόρμα για Βιώσιμες ΟΠΥ) και πρωτόκολλα χρηματοδότησης ερευνητικών προγραμμάτων με αιχμή του δόρατος το 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο, 2007-20013. Στον πυρήνα όλων των προαναφερόμενων εξελίξεων βρίσκεται το δικαίωμα όλων των ευρωπαίων για απασχόληση και ποιοτικό περιβάλλον. Στην περίπτωση αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου η λειτουργία της μεταλλευτικής βιομηχανίας προσαρμόζεται, αναφέρεται και υποχρεώνεται συγκεκριμένα στην αυστηρή τήρηση των νέων περιβαλλοντικών και κοινωνικο-οικονομικών απαιτήσεων και συνθηκών. Για παράδειγμα η Οδηγία για τα Μεταλλευτικά Απόβλητα περιγράφει και καθορίζει ακριβώς την διαδικασία και τις προδιαγραφές χωροθέτησης, κατασκευής και στεγανοποίησης του χώρου απόθεσης. Η καταλληλότητα του χώρου σε σχέση με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των αποβλήτων εγγυώνται την ασφαλή διαχείρισή τους. Προβλέπεται ακόμη η εγκατάσταση δικτύου συστηματικής παρακολούθησης των παράπλευρων φυσικών αποδεκτών (π.χ. νερά, εδάφη), η υλοποίηση βέλτιστων μεθόδων και τεχνικών αποκατάστασης και η προτροπή για την αξιοποίηση των αποβλήτων στην πλήρωση εξορυγμένων τμημάτων του μεταλλείου. Για την παρακολούθηση της γεωτεχνικής συμπεριφοράς των γεωλογικών σχηματισμών τόσο στα υπόγεια όσο και στο επιφανειακό περιβάλλον των μεταλλείων χρησιμοποιούνται εξοπλισμός και επιστημονικές μέθοδοι που είναι αποδεκτές και βρίσκουν κοινή εφαρμογή σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Εχοντας εξασφαλίσει την βιώσιμη λειτουργία της μεταλλευτικής βιομηχανίας η Ε.Ε. με την νέα Πρωτοβουλία για τις Ευρωπαϊκές ΟΠΥ επαναφέρει στο επίκεντρο του αναπτυξιακού ενδιαφέροντος την αξιοποίηση τους προς όφελος της απασχόλησης και της ποιότητας ζωής των πολιτών. Βασικό ζητούμενο είναι η απεξάρτηση της Ένωσης από εξωευρωπαϊκές πηγές ορυκτών, η εκμετάλλευση των ευρωπαϊκών κοιτασμάτων και η τόνωση της περιφερειακής οικονομίας. Και ενώ οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες συντάσσονται με τις εξελίξεις αυτές, ενισχύουν το παραγωγικό τους δυναμικό και αυξάνουν την απασχόληση, στην Ελλάδα οι μεταλλευτικές δραστηριότητες βάλλονται και εμποδίζονται ποικιλοτρόπως στην βάση ατεκμηρίωτων αναλύσεων και σεναρίων μυθοπλασίας. Η κινδυνολογική προσέγγιση που επιχειρήται δεν έχει καμμία σχέση με την πραγματική σημασία και ερμηνεία των επιστημονικών δεδομένων, αλλά και τον αποτελεσματικό έλεγχο των επιπτώσεων που επιτυγχάνεται με την εφαρμογή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και των περιβαλλοντικών πολιτικών που αφορούν στην μεταλλευτική βιομηχανία.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ
Η κοινωνική αλληλεγγύη και συνοχή αποτελούν απαραίτητες προυποθέσεις για την προώθηση σημαντικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων,κυρίως όταν αυτές έχουν ριζοσπαστικό και ανατρεπτικό περιεχόμενο.Από την άλλη πλευρά η κατεστημένη νοοτροπία,τα λεγόμενα κεκτημένα δικαιώματα και τα συντεχνιακά συμφέροντα είναι οι βασικότεροι ανασταλτικοί παράγοντες που εμποδίζουν την πραγματοποίηση τους.Στην βάση της προηγούμενης αποδοχής ο Τάγκε Ερλάντερ,ο σπουδαίος αυτός Σουηδός μεταρρυθμιστής,και στη συνέχεια ο διεθνιστής συμπατριώτης του Ούλοφ Πάλμε έθεσαν τον κοινωνικό σοσιαλισμό στην πρώτη γραμμή της πολιτικής τους πρακτικής.Ο αντίστοιχος οικονομικός μπορούσε να περιμένει.Στην αντιληψή τους η αναζήτηση,διαμόρφωση και δημιουργία μιας μεγάλης πλατφόρμας κοινωνικής αλληλεγγύης ήταν απαραίτητη για να φθάσει κανείς στον οικονομικό σοσιαλισμό,με επίκεντρο και βασικά ζητούμενα στην περίπτωση αυτή την δικαιότερη κατανομή του παραγόμενου πλούτου και το κράτος πρόνοιας.Στο αποτέλεσμα της στρατηγικής αυτής επιλογής στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό το Σουηδικό μοντέλλο.Οι συζητήσεις που γίνονται την περίοδο αυτή για το Ασφαλιστικό φανερώνουν για άλλη μια φορά την ολοκληρωτική έλλειψη κοινωνικής αλληλεγγύης στην χώρα μας.Ενώ λοιπόν κάποιος θα περίμενε τους Ελληνες πολίτες να συντάσσονται με τη προποπτική ενός ενιαίου και κοινού ασφαλιστικού συστήματος,συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.Στις αποφάσεις των περισσότερων αυτό που προέχει είναι το ατομικό ή/και συντεχνιακό συμφέρον.Είναι αντίθετοι και καθόλου πρόθυμοι να συμβάλλουν και να στηρίξουν την δημιουργία ενός και μοναδικού φορέα ασφάλισης,όπως το περίφημο Σουηδικό Ασφαλιστικό Ταμείο όπου ανήκουν όλοι οι πολίτες ανεξάρτητα εισοδήματος και επαγγέλματος.Στην Ελλάδα κάποιες επαγγελματικές ομάδες ισχυρίζονται με νόημα ότι θέλουν να διαφυλάξουν τα «υγιή» ταμεία τους.Το γεγονός βέβαια ότι σ’αυτά ανήκουν επαγγέλματα υψηλών εισοδημάτων και συντάξεων δεν αποτελεί μια απλή σύμπτωση.Η λογική αυτή δεν αρμόζει σε μια κοινωνία που πάνω απ’όλα θα’πρεπε να θέτει την ανθρώπινη αλληλεγγύη και το συλλογικό συμφέρον.Γιατί στην πραγματικότητα κανείς δεν αξίζει, ούτε προσφέρει περισσότερο από τον άλλον.Όλοι έχουν δικαίωμα σ’ένα ποιοτικό,αξιοκρατικό και βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα.Μόνο η ενιαία μορφή του αποτελεί εγγύηση αυτής της προποπτικής.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)