Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Άλλο «καιρός» και άλλο «κλιματική αλλαγή»!!

Η συζήτηση σχετικά με τις ανθρωπογενείς αιτίες για την υπερθέρμανση του πλανήτη έχει το τελευταίο διάστημα κατακλυσθεί από συνεχείς μαρτυρίες για ανακρίβειες, υπερβολές και παραλείψεις στα στοιχεία που αναφέρονται στις εκθέσεις της διακυβερνητικής επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή( της γνωστής IPPC). Αποδείχτηκε ότι το υπόβαθρο στο οποίο η συγκεκριμένη επιτροπή στηρίζει της εκτιμήσεις της προέρχεται βασικά από εκθέσεις ομάδων ακτιβιστών, άρθρων εφημερίδων και εργασίες φοιτητών. Γνωστοί επιστήμονες της (IPPC) , όπως ο καθηγητής Philip Joneς επαναξιολογούν την στάση και τις θέσεις τους. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη του στο BBC o Joneς παραδέχτηκε ότι στατιστικά δεν έχει παρατηρηθεί σημαντική υπερθέρμανση του πλανήτη μετά το 1995, ότι δεν αποκλείεται το παγκόσμιο κλίμα να ήταν πιο θερμό στον Μεσαίωνα, και ότι η επιστημονική συζήτηση για την κλιματική αλλαγή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Είναι γεγονός ότι σε οποιοδήποτε άλλο επιστημονικό χώρο οι εξελίξεις αυτές θα δημιουργούσαν αρνητικές επιπτώσεις. Κάτι όμως που δεν συνέβη με την έντονα «πολιτικοποιημένη» κλιματική έρευνα. Στην βάση της «κερδοσκοπικής» σχέσης της έρευνας με την πολιτική κάθε «αβανταδόρικο» θέμα μπορεί γρήγορα να βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, τα κονδύλια να εισρέουν από παντού και οι εμπλεκόμενοι επιστήμονες να δεχθούν τα φώτα της δημοσιότητας σαν άλλοι αστέρες του Χόλυγουντ. Η αποτυχημένη εκτίμηση της IPPC για το λιώσιμο των παγετώνων των Ιμαλάϊων και οι ατυχείς ισχυρισμοί του Αλ Γκόρ στην συνάντηση της Κοπεγχάγης ότι το 75% των αρκτικών πάγων θα λιώσουν στα επόμενα 5 με 7 χρόνια, δεν αποτελούν διαφορετικές προσεγγίσεις από τα άπιαστα μελλοντικά σενάρια που χρησιμοποιούνται στην πολιτική. Και ενώ οι επιστήμονες ζητούν ευχαρίστως την αντιπαράθεση, οι «πολιτικοποιημένοι» ερευνητές της κλιματικής αλλαγής απαιτούν από τον κόσμο να τους εμπιστεύεται χωρίς αντίρρηση. Βέβαια οι πολιτικοί συχνά –πυκνά «πληρώνουν» με κάποιο τρόπο τα λάθη τους. ‘Όταν όμως η επιστήμη «πολιτικοποιείται» τα λάθη, οι παραλείψεις και η αλλοίωση της αλήθειας εγκλωβίζονται σε ένα παιχνίδι διπλών ρόλων και διαπλοκής. Επιφανείς επιστήμονες ακόμη και στην περίπτωση του πρωτόγνωρου φετινού χειμώνα των πολικών θερμοκρασιών εξακολουθούν να προκαλούν την νοημοσύνη των πολιτών επικαλούμενοι το ανεπανάληπτο επιχείρημα ότι άλλο είναι ο καιρός και άλλο η κλιματική αλλαγή.

Το δίκιο της Ευρώπης

Για πρώτη φορά μετά την είσοδο της στην Ε.Ε. η Ελλάδα έχει απέναντι και όχι δίπλα της το σύνολο των κρατών μελών. Τα οικονομικά προβλήματα της χώρας σε μια δύσκολη για τον κόσμο περίοδο βάζουν σε περιπέτειες την προσπάθεια ανάκαμψης της ευρωζώνης. Παρόμοια προβλήματα ταλαιπωρούν το εσωτερικό και άλλων χωρών όπως της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Μεγάλης Βρετανίας. Εκείνο όμως που στην περίπτωση της Ελλάδας ενοχλεί περισσότερο τους Ευρωπαίους είναι τα «μαγειρεμένα» στοιχεία και η στατιστική ανακολουθία που χαρακτηρίζουν τα οικονομικά μεγέθη που παρέχονται τα τελευταία χρόνια. Η τακτική αυτή θεωρήθηκε απαράδεκτος εμπαιγμός και η Ελλάδα αναξιόπιστος εταίρος. Από την άλλη πλευρά ένα τμήμα της ελληνικής κοινής γνώμης αντί να εκτιμήσει την πραγματική διάσταση του προβλήματος και να συμβάλλει στην αντιμετώπιση του διαλέγει μάλλον μια «σοβινιστική» αντίληψη ότι πρόκειται για πρωτοφανή αδικία σε βάρος της χώρας και ότι καλά θα κάνουμε να φύγουμε από την Ένωση. Πολλοί μιλούν για ανθελληνισμό των Σουηδών, των Δανών και άλλων που στην ουσία φοβούνται ότι οι οικονομικές θυσίες και η καταναλωτική πειθαρχία των πολιτών τους θα πάνε χαμένες λόγω των άστοχων ελληνικών χειρισμών. Σε κάθε περίπτωση η Ευρώπη έχει και αυτή το δίκιο της. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες διέθεσε στην Ελλάδα σημαντικούς πόρους μέσω των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων, διαφόρων «πακέτων» και αλλεπάλληλων Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης. Μοναδικός όρος και ζητούμενο ήταν η αναπτυξιακή σύγκλιση με επίκεντρο την αύξηση της παραγωγικότητας και της απασχόλησης. Τίποτα από αυτά όμως δεν συνέβη. Αντίθετα υπήρξε κακοδιαχείριση, χρηματοδοτήσεις ακριβοπληρωμένων μελετών και συχνά «πελατειακών» και πρόχειρα σχεδιασμένων έργων. «Κρατικοδίαιτες» επενδύσεις χωρίς προοπτική και μηδενική ανταποδοτικότητα. Και βέβαια όλα αυτά με τους απλούς πολίτες να μην έχουν ουδεμία συμμετοχή και ευθύνη. Παρόλα αυτά οι περισσότεροι είναι διατεθειμένοι να επιστρατευθούν στην λύση του προβλήματος και θα το κάνουν. Άλλωστε αυτός είναι πλέον ο μοναδικός τρόπος και δρόμος επιβίωσης της χώρας μας.

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Έργο ProMine- Νέα εποχή για την ευρωπαϊκή εξορυκτική βιομηχανία

Το έργο ProMine- Nano-particle products from new mineral resources in Europe- αποτέλεσε την πρώτη αντίδραση της ευρωπαϊκής εξορυκτικής βιομηχανίας μη ενεργειακών ορυκτών στην βάση προγραμματικής πρωτοβουλίας που ανέλαβαν 5 μεταλλευτικές εταιρίες (παράγουν περισσότερο από το 70% βασικών και πολυτίμων μετάλλων στην Ε.Ε.) σε συνεργασία με γεωλογικά ινστιτούτα, ακαδημαϊκά κέντρα και επιχειρήσεις καινοτόμων υλικών και νάνο-τεχνολογικών προϊόντων. Με την έγκριση του το έργο ProMine επωμίζεται και αναλαμβάνει να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην βιώσιμη λειτουργία και ανάπτυξη της μεταλλευτικής παραγωγής. Νέες μέθοδοι κοιτασματολογικής έρευνας, καινοτόμες τεχνολογίες διαχείρισης των αποβλήτων και εκτίμησης του περιβαλλοντικού κινδύνου, και υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντα έρχονται να υποστηρίξουν τις συγκεκριμένες προτεραιότητες που θέτει η νέα Πρωτοβουλία για τις Πρώτες Ύλες και να συμβάλλουν στην εφαρμογή της.
Βασικός σκοπός του ProMine είναι να περιορίσει το αρνητικό ισοζύγιο της Ε.Ε. στην εμπορική διακίνηση μεταλλικών πρώτων υλών σε συνδυασμό με την τεχνολογική ανάπτυξη και την βιομηχανική διάθεση 5 νέων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα με την εφαρμογή καινοτόμων μεθόδων κοιτασματολογικής έρευνας και εκμετάλλευσης, καθώς και ανακύκλωσης των αποβλήτων να αυξήσει το διαθέσιμο μεταλλευτικό δυναμικό της Ευρώπης, να ενισχύσει την ανταγωνιστική της ετοιμότητα και να ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις στο περιβάλλον.
Στους επιμέρους αντικειμενικούς στόχους και κύρια παραδοτέα περιλαμβάνονται,
• η δημιουργία πανευρωπαϊκής GIS-βάσης δεδομένων ορυκτών πρώτων υλών με έμφαση στα στρατηγικής σημασίας μη ενεργειακά μεταλλικά ορυκτά τόσο σε πρωτογενείς όσο και δευτερογενείς κοιτασματολογικές πηγές
• η αποθεματική/κοιτασματολογική εκτίμηση στρατηγικών μετάλλων και ορυκτών που δεν εξορύσσονται σήμερα στην Ευρώπη π.χ. Nb, PGE, REE
• η ανάπτυξη 3D/4D μοντέλων κοιτασματολογικής έρευνας για τον εντοπισμό μεταλλοφοριών μεγάλου βάθους με εφαρμογή σε μεταλλευτικές περιοχές της Σκανδιναβίας, της Κ. Ευρώπης, της Ιβηρικής και της Βαλκανικής/Ελλάδας
• η παραγωγή 5 νέων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας σε συνδυασμό με σχετικές δοκιμές βιομηχανικών χρήσεων και μελέτες LCA (Life Cycle Analysis), και έμφαση στην περιβαλλοντική διάσταση
• η ανάπτυξη φιλικών στο περιβάλλον μεθόδων εμπλουτισμού και διαχείρισης αποβλήτων συμπεριλαμβανομένης της βίο-μεταλλουργίας
• η καθιέρωση ενός νέου πληροφοριακού κόμβου για την οριζόντια διασύνδεση της Ευρωπαϊκής Τεχνολογικής Πλατφόρμας για Βιώσιμες Ορυκτές Πρώτες Ύλες με άλλες τεχνολογικές πλατφόρμες
• η διάχυση και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων προς όφελος των «εν γένει» χρηστών και του κοινωνικού συνόλου

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

«Ορυκτός» ο Ελληνικός Πλούτος

Μη Ενεργειακές Ορυκτές Πρώτες Ύλες (ΜΕΟΠΥ)

Η Ευρωπαϊκή ΕΒΜΕΟ παρουσιάζει ετήσιο προϋπολογισμό 40 δις ευρώ και απασχολεί άμεσα 270.000 εργαζόμενους στο σύνολο 16.629 επιχειρήσεων. Η αυξανόμενη ζήτηση και βιομηχανική χρήση των ορυκτών σε «καθημερινά» προϊόντα και καταναλωτικές ανάγκες για τους πολίτες καθιστούν τις ΜΕΟΠΥ εξαιρετικά σημαντικές και απαραίτητες στην βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης και της ποιότητας ζωής. Η ευρωπαϊκή ζήτηση ξεπερνά την αντίστοιχη παραγωγή, με την Ε.Ε. να είναι προς το παρόν εξαρτημένη από εισαγωγές ορυκτών με το ετήσιο αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο για το 2007 να ανέρχεται σε 11 δις. ευρώ. Αυτό αναφέρεται κατά 90%(10 δις.ευρώ) στα μεταλλικά ορυκτά, ενώ για τα βιομηχανικά ορυκτά το αναλογικό έλλειμμα είναι 798 εκ.ευρώ και τα δομικά υλικά 456 εκ. ευρώ. Στα περισσότερα στρατηγικά μέταλλα υπάρχει πλήρης εξάρτηση, ενώ η «παγκόσμια» καταναλωτική και παραγωγική εμπλοκή της Κίνας. της Ινδίας, της Ρωσίας και της Βραζιλίας (αποκαλούνται και είναι γνωστές όλες μαζί με το όνομα BRIC - Brazil, Russia, India, China) δεν κάνουν τα πράγματα καλύτερα. Από την άλλη πλευρά η ευρωπαϊκή μεταλλευτική βιομηχανία με την επαναξιοποίηση και την διαχειριστική βελτίωση των αποβλήτων που παράγει, εναρμονίζεται ολοένα και περισσότερο με τους όρους βιώσιμης ανάπτυξης και περιορίζει σε σημαντικό βαθμό τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες π.χ. Σουηδία, Φινλανδία, επενδύουν ήδη στην νέα στρατηγική κοιτασματολογικής προσέγγισης των «εν γένει» πρωτογενών και δευτερογενών πηγών ΜΕΟΠΥ επιλέγοντας έτσι να αυξήσουν το μεταλλευτικό τους δυναμικό και παραγωγή.

Στην χώρα μας, παρά την μείωση του ρυθμού απασχόλησης στα τελευταία 20 χρόνια, η μεταλλευτική δραστηριότητα και η περαιτέρω αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, παραμένουν στις βασικές αναπτυξιακές προτεραιότητες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία που περιλαμβάνονται στον απολογισμό του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ) για το 2007, παρατηρείται παραγωγική σταθερότητα στις περισσότερες ΜΕΟΠΥ όπου στις πρώτες θέσεις μαζί με τον λιγνίτη, τα αδρανή υλικά και τα μάρμαρα, βρίσκονται ο βωξίτης, τα νικελιούχα σιδηρομεταλλεύματα, οι ποζολανικές γαίες, ο μπεντονίτης, ο περλίτης, ο γύψος και η κίσσηρις. Για το 2006 η συνολική αξία των πωλήσεων ανήλθε σε 1,2 δις ευρώ, το 74% (δηλαδή 850 εκ. ευρώ περίπου) του οποίου αφορά σε εξαγωγές. Απασχολούνται 23.000 εργαζόμενοι και υπάρχουν ακόμη περισσότερες από 100.000 θέσεις εξαρτημένης εργασίας. Με βάση τις τρέχουσες εξελίξεις είναι πλέον απαραίτητο να χαραχθούν οι στρατηγικές επιλογές για το μέλλον, και να ορισθεί ο «οδικός χάρτης» βέλτιστης αξιοποίησης και βιώσιμης εκμετάλλευσης συγκεκριμένων ελληνικών ΟΠΥ, με χαρακτηριστικά εθνικού ή/και περιφερειακού συγκριτικού πλεονεκτήματος και υπεροχής. Κοιτασματολογικοί στόχοι που βρίσκονται στο επίκεντρο του μεταλλευτικού ενδιαφέροντος και χρήζουν συστηματικότερης παραγωγικής προσέγγισης, με τους όρους της ορθολογικής εκμετάλλευσης, θα πρέπει να είναι όλοι αυτοί που καλούνται να στηρίξουν την βιώσιμη λειτουργία της ελληνικής ΕΒΜΕΟ και να δημιουργήσουν προϋποθέσεις νέων επενδύσεων.

Τρέχουσα παραγωγική δραστηριότητα στην Κεντρική Μακεδονία

Η ορυκτός πλούτος της Κεντρικής Μακεδονίας (ΚΜ) συμβάλλει σημαντικά στην παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της Εξορυκτικής Βιομηχανίας Μη Ενεργειακών Ορυκτών (ΕΒΜΕΟ) της χώρας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με στοιχεία που προκύπτουν από τον απολογισμό του ΣΜΕ για το 2007, το περίπου 23% των ΜΕΟΠΥ στην Ελλάδα παράγεται από κοιτασματολογικές πηγές μεταλλικών, βιομηχανικών, λατομικών και αδρανών ορυκτών της ΚΜ. Το αντίστοιχο ποσοστό στις πωλήσεις και τις εξαγωγές βρίσκεται λίγο πάνω από το 10%. Τα μεγέθη αυτά είναι ιδιαίτερα αξιόλογα με δεδομένη στην ΚΜ την απουσία εκμετάλλευσης βωξίτη, σιδηρονικελιούχων μεταλλευμάτων και μπεντονίτη/περλίτη που αποτελούν τα κυρίαρχα εξαγωγικά προϊόντα της ελληνικής ΕΒΜΕΟ. Από την άλλη πλευρά η ΚΜ φιλοξενεί και χαρακτηρίζεται από την αποκλειστική παραγωγική παρουσία ΜΕΟΠΥ που δεν εντοπίζονται σε άλλες περιφέρειες τις χώρας και καλύπτουν εγχώριες ανάγκες ή απευθύνονται σε διεθνείς αγορές. Συγκεκριμένα στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται,
- η παραγωγή συμπυκνωμάτων μολύβδου και ψευδαργύρου από πολυμεταλλικό θειούχο κοίτασμα στο μεταλλείο Μαύρων Πετρών και τις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου στην ΒΑ Χαλκιδική. Το 2007 εξορύχτηκαν 214.000 τόνοι μεταλλεύματος και παράχθηκαν 144.000 τόνοι συμπυκνωμάτων
- η παραγωγή δίπυρης και καυστικής μαγνησίας από τα μεταλλεία λευκόλιθου Γερακινής που αντιπροσωπεύει το 8% της αντίστοιχης ευρωπαϊκής
- η παραγωγή τελικών προϊόντων χαλαζία και αστρίων με προοπτικές αξιοποίησης σε νέα πεδία βιομηχανικών εφαρμογών
- η παραγωγή ποζολανικής πρώτης ύλης με βασικό αποδέκτη την τσιμεντοβιομηχανία
- η παραγωγή διακοσμητικών πετρωμάτων και λευκών ανθρακικών με εφαρμογές πληρωτικών υλικών, από τις μαρμαροφόρες περιοχές Βερμίου
- η παραγωγή πετροβάμβακα με πρώτη ύλη τα αμφιβολιτικά πετρώματα της περιοχής Νιγρίτας
Σε συνδυασμό και συχνά σε οικονομοτεχνική σχέση με τα παραπάνω βρίσκονται,
- τα σημαντικά αποθέματα χρυσού στα πολυμεταλλικά θειούχα κοιτάσματα της ΒΑ Χαλκιδικής και άλλων περιοχών της ΚΜ, λαμβάνοντας υπόψη και το παρατεταμένα ευνοϊκό παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον
- ο εντοπισμός μεταλλοφοριών χαλκού με κοιτασματολογικό και πλουτοπαραγωγικό ενδιαφέρον σε αρκετές περιοχές της ΚΜ
- η παρουσία δουνιτικών πετρωμάτων και απορριμμάτων στο περιβάλλον εξόρυξης λευκολίθου, που αποτελούν «εν δυνάμει» κοιτασματολογική πηγή για την παραγωγή ολιβίνη
- τα απορρίμματα/παραπροϊόντα των λατομείων μαρμάρου στο Βέρμιο που αποτελούν δευτερογενείς κοιτασματολογικές πηγές για πιθανή παραγωγή λευκών ανθρακικών

IPCC Doubts: Only the Tip of the Iceberg

The Titanic of Green Left climate science ideology has been fatally hulled and will soon sink into an oceanic abyss of junk science.

by Simon Mansfield
Publisher, TerraDaily.com
Gerroa, Australia (SPX) Jan 25, 2010

When social scientists like Australia's Clive Hamilton get to run hard science processes the outcome is almost always junk science.
Over the weekend more reports of s*xed up climate science have emerged casting yet more doubt on the IPCC report, with the myriad of claims that global warming is linked to worsening natural disasters being directly questioned.
What policy makers need to keenly understand is that the unravelling of the IPCC report has only just begun and is like an avalanche gathering size and speed and laying waste to everything in its path?
Those opposed to taking action on carbon emissions are not going to let these doubts fade away. The growing crisis of confidence in the IPCC report will soon become the dominant thread to the debate and the IPCC report will be declared null and void.
Policy makers will need to move quickly to respond to this game changing development.
We need a formula for data collection and analysis that answers the doubts and clearly sets out the process and conclusions in a manner that can stand up to basic verification, with quantifiable conclusions that are based on facts not hearsay and conjecture.
Over the coming weeks, more and more problems will be found with the IPCC report and what we have seen so far is only the tip of the iceberg.
In short, the Titanic of Green Left climate science ideology has been
fatally hulled and will soon sink into an oceanic abyss of junk science.
But the real tragedy to all this is not the questioning of climate science - it's the distrust of science in general that will come from this and especially anything to do with the earth (environment) sciences.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για βιώσιμα ορυκτά

Η διαχρονική αξιοποίηση των Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΟΠΥ) έχει συμβάλλει καθοριστικά στην κοινωνική και πολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου. Ακόμη και σήμερα, στην περίοδο της μετα-βιομηχανικής εποχής, η εκμετάλλευση των ΟΠΥ εξυπηρετεί σε μεγάλο βαθμό καθημερινές αλλά και γενικότερες ανάγκες των πολιτών, και συνεισφέρει στην περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο. Η διαρκώς αυξανόμενη ζήτησή τους αποτελεί σταθερή προστιθέμενη αξία για το μέλλον. Παρά το γεγονός αυτό τόσο η Ελλάδα, όσο και η Ε. Ε. στερούνται συγκεκριμένης μεταλλευτικής στρατηγικής και πολιτικής. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα περιοχές με μεγάλο κοιτασματολογικό ενδιαφέρον για την Ευρώπη, να δεσμεύονται σε άλλες χρήσεις γης, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες της ευρωπαϊκής μεταλλευτικής βιομηχανίας. Με την εξέλιξη αυτή, προβλέπεται στις επόμενες δεκαετίες, να βρεθεί απροστάτευτη απέναντι στον έντονο και συχνά αθέμιτο παγκόσμιο ανταγωνισμό, καθώς και εξαρτημένη σε θέματα παραγωγής και διάθεσης ΟΠΥ (π.χ. το φαινόμενο της Κίνας). Η μεταλλευτική βιομηχανία καλείται να αξιοποιήσει έγκαιρα τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την ορθολογικότερη χρήση γης, ESDP (European Spatial Development Perspective) και INSPIRE (Infrastructure for Spatial Information in Europe, www.inspire.net) καθώς και GMES (Global Monitoring For Environment and Security, www.gmes.info), με στόχο τη δημιουργία ευνοϊκών χωροταξικών συνθηκών για τις περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος.
Από την άλλη πλευρά, η μεταλλευτική παραγωγή, όπως και άλλες βιομηχανικές δραστηριότητες, έχει δεχθεί έντονη κοινωνική κριτική για τις επιπτώσεις που προκαλεί στο περιβάλλον και τον τρόπο που διαχειρίζεται και αντιμετωπίζει τους σχετικούς κινδύνους. Την ίδια στιγμή, με την είσοδο του 21ου αιώνα, οι στρατηγικές επιλογές της Ένωσης για βιώσιμη ανάπτυξη, επιδιώκουν να ρυθμίσουν τις συχνά αντικρουόμενες σχέσεις της οικονομικής προόδου με την απασχόληση και την προστασία του περιβάλλοντος. Βασικό ζητούμενο είναι η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και η βελτίωση της ποιότητας ζωής. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει και προβληματίζει το σύνολο της μεταλλευτικής βιομηχανίας, η οποία αναζητά σταδιακά να εξειδικεύσει τους δικούς της παραγωγικούς όρους και λειτουργικές επιλογές, καθορίζοντας συγκεκριμένους δείκτες βιώσιμης ανάπτυξης για κάθε μία ΟΠΥ ξεχωριστά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από την πλευρά της με επικεφαλής την Δ/νση Περιβάλλοντος, έχει συντάξει σχέδιο οδηγίας που αναφέρεται στην οριοθέτηση Θεματικών Στρατηγικών για την Βιώσιμη Εκμετάλλευση των Φυσικών Πόρων, κύριο αντικείμενο των οποίων είναι οι ΟΠΥ (Towards Thematic Strategy on the Sustainable Use of Natural Resources http: //ec.europa.eu /environment //natres). Η τελική μορφή του σχετικού κειμένου έχει υποβληθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και βρίσκεται στη διαδικασία αποδοχής και επίσημης δημοσίευσης. Προτείνεται να τεθεί σε άμεση ισχύ, για την σταδιακή προσαρμογή και εφαρμογή του από τα κράτη μέλη. Πρόσφατα ολοκληρώθηκε επίσης η πρωτοβουλία σύστασης, καθώς και η διαδικασία τελικής αποδοχής από την Κοινότητα, της Ευρωπαϊκής Τεχνολογικής Πλατφόρμας για την Βιώσιμη Εκμετάλλευση των Φυσικών Πόρων ( European Technology Platform for Sustainable Mineral Resources, ETP-SMR, www.etp-smr.org ), με στόχο την προβεβλημένη ένταξη θεματικών αντικειμένων και πεδίων που σχετίζονται με τις ΟΠΥ στο 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο αλλά και στις στρατηγικές επιλογές της ευρωπαϊκής μεταλλευτικής βιομηχανίας. Όλες οι προσεγγίσεις και προτάσεις στις οποίες κατέληξε η συγκεκριμένη πρωτοβουλία, έχουν τεθεί υπόψη των αρμόδιων θεσμικών οργάνων (Κοινοβούλιο και Συμβούλιο) της Ε. Ε. Οι παραπάνω, όπως και άλλες ευρωπαϊκές και παγκόσμιες πρωτοβουλίες (e.g. SDIMΙ – Sustainable Development Indicators in the Mineral Industries, MMSD - Mining, Minerals and Sustainable Development Project), υποστηρίζονται με τη συμμετοχή μεγάλων μεταλλευτικών επιχειρήσεων e.g. Rio Tinto, Boliden, S & B Industrial Minerals, όλων των Ευρωπαϊκών Γεωλογικών Ινστιτούτων, 12 σχετικών ευρωπαϊκών συνδέσμων μεταλλευτικών επιχειρήσεων και γεωλογικών οργανισμών e.g. Euromines, EuroGeoSurveys, IMA, Euroroc και πολλά Ακαδημαϊκά και Ερευνητικά Ιδρύματα, e.g. Πολυτεχνεία Lulea και Aachen. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, με επικεφαλής τα γεωλογικά τους ινστιτούτα, προετοιμάζονται για την ομαλότερη δυνατή προσαρμογή των στρατηγικών τους ΟΠΥ, στις νέες συνθήκες.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Νέο θεσμικό πλαίσιο για την βιώσιμη ανάπτυξη των ευρωπαϊκών ΟΠΥ


Εχοντας εξασφαλίσει όρους βιώσιμης λειτουργίας της μεταλλευτικής βιομηχανίας η Ε.Ε. με την νέα ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τις Πρώτες Ύλες  (COM2008/699: Raw materials Initiative - http://ec.europa.eu/ enterprise επαναφέρει στο επίκεντρο του αναπτυξιακού ενδιαφέροντος την αξιοποίηση τους προς όφελος της απασχόλησης και της ποιότητας ζωής των πολιτών. Βασικό ζητούμενο είναι η εκμετάλλευση ευρωπαϊκών κοιτασμάτων και η τόνωση της περιφερειακής οικονομίας. Οι Ορυκτές Πρώτες Ύλες (ΟΠΥ) βρίσκονται σε διαρκώς ανερχόμενη τροχιά στην ατζέντα των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων και επιλογών της Ε.Ε. Οι εξελίξεις αυτές είναι πλέον ορατές σε όλα τα επίπεδα διοικητικών και πολιτικών αποφάσεων. Από τις θεματικές Διευθύνσεις Περιβάλλοντος, Έρευνας, Επιχειρηματικότητας, μέχρι την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Συμβούλιο είναι κοινά αποδεκτό ότι είναι καιρός για την Ευρώπη να στηρίξει την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στις δικές της πηγές ορυκτών. Στην βάση των εξελίξεων αυτών βρίσκεται η συναίνεση και αποδοχή της πλειοψηφίας των ευρωπαίων πολιτών για την βιώσιμη σχέση της μεταλλευτικής βιομηχανίας με το περιβάλλον και την κοινωνική προόδο, αλλά και οι διαπιστώσεις που αφορούν στο γεγονός ότι,
  •    η ευρωπαϊκή εξορυκτική βιομηχανία μη ενεργειακών ορυκτών των 25 κατέγραψε το 2004 προϋπολογισμό περίπου 40 δισ.εκ. ευρώ και απασχολούσε άμεσα 270.000 εργαζόμενους στο σύνολο 16.629 επιχειρήσεων, ενώ η έμμεση απασχόληση υπολογίσθηκε 4 φορές μεγαλύτερη,
  •   τα προηγούμενα μεγέθη σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ζήτηση και βιομηχανική χρήση (από τις ΟΠΥ εξαρτώνται άμεσα σημαντικοί βιομηχανικοί τομείς της Ευρώπης συνολικής οικονομικής αξίας 1.324 δις. ευρώ και συνολικού αριθμού 30 εκ. εργαζομένων) των ορυκτών σε «καθημερινά» προϊόντα και καταναλωτικές ανάγκες για τους πολίτες καθιστούν τις ΟΠΥ εξαιρετικά σημαντικές και απαραίτητες στην βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης και της ποιότητας ζωής,
  •  η ευρωπαϊκή ζήτηση ξεπερνά την αντίστοιχη παραγωγή, με την Ε.Ε. να είναι προς το παρόν εξαρτημένη από εισαγωγές ορυκτών  με το ετήσιο αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο για το 2007 να ανέρχεται σε 11,25 δις. ευρώ. Αυτό αναφέρεται κατά 88,8% (10 δις.ευρώ) στα μεταλλικά ορυκτά, ενώ για τα βιομηχανικά ορυκτά το αντίστοιχο έλλειμα είναι αναλογικά 7,1% (798 εκ.ευρώ) και για τα «κατασκευαστικά» υλικά 4,1% (456 εκ. ευρώ). Στα περισσότερα στρατηγικά μέταλλα υπάρχει πλήρης εξάρτηση, ενώ η «παγκόσμια» καταναλωτική και παραγωγική εμπλοκή της Κίνας και της Ινδίας δεν κάνουν τα πράγματα καλύτερα,
  • η μεταλλευτική βιομηχανία με την επαναξιοποίηση  και την διαχειριστική βελτίωση των αποβλήτων που παράγει και την ανακύκλωση των σχετικών δευτερογενών πηγών που διαθέτει, αποτρέπει ολοένα και περισσότερο τις επιπτώσεις στο περιβάλλον,
  • στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής πολυεπίπεδων διοικητικών, κοινωνικο-οικονομικών, περιβαλλοντικών και εμπορικών ρυθμίσων η Ε.Ε. αναπροσανατολίζει τις σχέσεις της με την παγκόσμια αγορά με έμφαση και βασική επιλογή τις αφρικανικές ΟΠΥ, και, 
  • την προώθηση, όπως προαναφέρθηκε, δυναμικής αξιοποίησης και εκμετάλλευσης των Ευρωπαϊκών ΟΠΥ. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες π.χ. Σουηδία, Φινλανδία, επενδύουν ήδη στην βιώσιμη ανάπτυξη και διαχείριση νέων κοιτασμάτων μη ενεργειακών μεταλλικών ορυκτών, επιλέγοντας έτσι να αυξήσουν την μεταλλευτική τους παραγωγή, κάτι που μπορεί να αποτελέσει και ελληνική επιλογή.