Είδα και εγώ την ταινία "Οδύσσεια". Δεν θα μπω στη λογική του "μου άρεσε", "δεν μου άρεσε", ή να κάνω την τάδε ή την τήδε κριτική. Θα ήθελα να αποφύγω μια συνηθισμένη, ίσως λίγο κλισέ άποψη, και να προσφύγω σε μια γενικότερη προσέγγιση. Έχω δει ταινίες που μεταφέρουν κινηματογραφικά ένα βιβλίο, τις περισσότερες περιπτώσεις μάλιστα, βιβλίων που χαρακτηρίζονται κλασικά. Ποτέ μα ποτέ, η κινηματογραφική έκδοση δεν ανταποκρίνεται στην συγγραφική. Διότι η πιστή αντιγραφή είναι κενή νοήματος. Το βιβλίο λειτουργεί με τον χρόνο της γραφής και τη φαντασία του αναγνώστη. Ο κινηματογράφος λειτουργεί με την εικόνα, τον ρυθμό και την αισθητική. Η κινηματογραφική μεταφορά δεν είναι ούτε πρέπει να είναι μετάφραση, αλλά ερμηνεία. Όταν ο σκηνοθέτης επιχειρεί να "δέσει" το ένα με το άλλο, συνήθως καταλήγει σε μια ξερή εκδοχή που στερείται ψυχής — μια υπενθύμιση αυτού που χάθηκε, αντί για μια νέα κατάκτηση.Να κρίνουμε την ταινία με τα δικά της όπλα, όχι ως αποτυχημένο αντίγραφο, αλλά ως μια νέα αφήγηση που στέκεται δίπλα στο αρχαίο κείμενο και συνομιλεί μαζί του. Και σε αυτή τη συνομιλία, ο Όμηρος, πιστεύω, θα είχε περισσότερο να κερδίσει παρά να χάσει.
Όταν η πίστη προδίδει και η απιστία δημιουργεί
Η συζήτηση γύρω από κάθε κινηματογραφική μεταφορά ενός κλασικού λογοτεχνικού έργου μοιάζει συχνά με δικαστική διαδικασία. Το βιβλίο κάθεται στην έδρα του ενάγοντος, απαιτώντας «σεβασμό», ενώ η ταινία κάθεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, υποχρεωμένη να απολογηθεί για τις αμαρτίες των παραλείψεων και των παρεκκλίσεων. Το κοινό, ως ένορκοι, βγάζει την ίδια πάντα ετυμηγορία: «Καλή, αλλά το βιβλίο ήταν καλύτερο».
Ίσως, όμως, να φτάσαμε πια στο σημείο να αντιστρέψουμε την κατηγορία. Ίσως η πραγματική αποτυχία να μην κρύβεται στην απόκλιση, αλλά στην άνευ όρων πιστότητα. Διότι, η τέχνη του κινηματογράφου δεν είναι υποτακτική της λογοτεχνίας – είναι διάλογος μαζί της. Και ένας γόνιμος διάλογος προϋποθέτει διαφωνία, προσωπική οπτική και, πάνω απ' όλα, θάρρος να ακούγεται η φωνή του παρόντος μέσα από το στόμα του παρελθόντος.
Η παγίδα του "χάρτινου" θεάτρου
Τι νόημα θα είχε η «πιστή» αντιγραφή της Οδύσσειας στην οθόνη; Θα σήμαινε ένα τεράστιο, φιλόδοξο φιλμ όπου ο Οδυσσέας περνά από μονότονα έπη, η Αθηνά εμφανίζεται σε κάθε δύσκολη στιγμή σαν deus ex machina, και οι μνηστήρες τρώνε ασταμάτητα επί τρία καρέ. Θα ήταν ένα «χάρτινο θέατρο» – εικονογραφημένες σελίδες που κινούνται, αλλά στερούνται την πνοή που μόνο η κινηματογραφική μηχανή μπορεί να χαρίσει.
Ο κινηματογράφος είναι τέχνη της έντασης, του βλέμματος και της συμπύκνωσης. Δουλεύει με την ελλειπτική αφήγηση, όχι με την παντογνωσία του επικού στίχου. Όταν λοιπόν ένας σκηνοθέτης επιλέγει να κόψει τον Κύκλωπα ή να συντομεύσει το ταξίδι στην Καλυψώ, δεν διαπράττει βεβήλωση. Κάνει αυτό που έκαναν πάντα οι καλοί αφηγητές: επιλέγει ποια μέρη της ιστορίας χρειάζεται η γενιά του για να συγκινηθεί, να προβληματιστεί και να αναγνωρίσει τον εαυτό της.
Η ερμηνεία ως πολιτισμικό χρέος
Η πρόσφατη κινηματογραφική Οδύσσεια, λοιπόν, δεν είναι λάθος. Είναι μια σκόπιμη, μοντέρνα ανάγνωση. Και εδώ έρχεται το πιο καίριο σημείο της συζήτησης: η επιλογή μιας μαύρης ηθοποιού στον ρόλο της Ωραίας Ελένης.
Η αντίδραση σε αυτή την επιλογή είναι αποκαλυπτική. Όσοι σπεύδουν να την χαρακτηρίσουν ως «δεξίωση στην πολιτική ορθότητα» ξεχνούν ένα βασικό γεγονός: ο Όμηρος ήταν ο πιο «Μεσογειακός» Έλληνας. Και η Μεσόγειος ήταν πάντα τόπος συνάντησης λαών, χρωμάτων και φυλών. Οι ίδιοι οι αρχαίοι θεοί ταξίδευαν στην Αιθιοπία για να γιορτάσουν. Το «ξανθό» της Ελένης ήταν ποιητική σύμβαση ομορφιάς, όχι φυλετικό διαβατήριο.
Αν ο Όμηρος ζούσε σήμερα, θα αναγνώριζε την οικουμενικότητα του μύθου του. Θα καταλάβαινε πως η Ελένη, ως αρχέτυπο του πόθου και της διχόνοιας, μπορεί να προσλάβει οποιαδήποτε μορφή, αρκεί η ματιά της να καίει. Η ομορφιά δεν έχει χρώμα. Και το να επιμένουμε σε μια αποκλειστικά «λευκή» Ελένη δεν είναι σεβασμός στον Όμηρο – είναι δέσμευση σε μια ρομαντική, αναχρονιστική φαντασίωση της αρχαιότητας που ταιριάζει περισσότερο στον 19ο αιώνα παρά στον 21ο.
Το παράδειγμα της Αρχαίας Τραγωδίας
Η Ελλάδα, άλλωστε, έχει δώσει το σημαντικότερο μάθημα σε αυτό το πεδίο. Οι σύγχρονες θεατρικές παραστάσεις των αρχαίων τραγωδιών δεν φορούν χιτώνες ούτε μιλούν με αρχαϊκή προφορά. Μεταφέρουν τον μύθο του Οιδίποδα σε σύγχρονα γραφεία, της Μήδειας σε εγκαταλελειμμένες βιομηχανίες, της Αντιγόνης σε ζοφερά κρατικά γραφεία. Και αυτή η αναχρονιστική μεταφορά δεν ακυρώνει το έργο – το ζωντανεύει.
Το ίδιο κάνει και ο κινηματογράφος. Δεν μεταφέρει την Οδύσσεια στην αρχαία Ιθάκη. Τη μεταφέρει στο σήμερα, στο βλέμμα του θεατή που βλέπει την τηλεόραση, που ζει σε έναν κόσμο γεμάτο προσφυγικές ροές, πολιτικές αντιπαραθέσεις και φυλετικές εντάσεις. Ο Οδυσσέας της οθόνης είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος που ψάχνει να βρει τον δρόμο της επιστροφής σε μια εποχή που όλοι νιώθουμε χαμένοι. Και η Πηνελόπη του είναι μια γυναίκα που δεν περιμένει απλώς, αλλά παλεύει με τα όπλα της υπομονής και της πονηριάς απέναντι σε έναν κόσμο που την πολιορκεί.
Η απουσία ως παρουσία
Προσωπικά, κατανοώ απόλυτα την ανάγκη να μην λείπουν σημαντικά κομμάτια. Ναι, η σκηνή με τον Άρη ή τον γύρο του σκύλου Άργου έχουν μια αφηγηματική βαρύτητα που δύσκολα αντικαθίσταται. Αλλά η δύναμη της κινηματογραφικής γραφής βρίσκεται ακριβώς στην απουσία: στη σιωπή που αφήνεται να αντηχήσει περισσότερο από τον λόγο, στο βλέμμα του ήρωα που λέει περισσότερα από χίλιους στίχους.
Η ταινία δεν χρειάζεται να είναι πιστή. Χρειάζεται να είναι αληθινή στη δική της γλώσσα. Και αυτή η γλώσσα έχει άλλους ρυθμούς, άλλες εντάσεις, άλλα σύμβολα.
Ένας διάλογος, Όχι διαθήκη
Η μαγεία της κλασικής γραμματείας είναι ότι αντέχει στις ερμηνείες. Όχι μόνο αντέχει – τις ζητά. Ο Όμηρος δεν έγραψε διαθήκη. Έγραψε ένα τραγούδι. Και τα τραγούδια αλλάζουν, μεταμορφώνονται, ερμηνεύονται ξανά με νέα φωνή κάθε φορά που ακούγονται.
Ας πάψουμε λοιπόν να ρωτάμε «είναι καλή ταινία;» και ας ρωτήσουμε «τι προσφέρει σήμερα στην ιστορία;». Διότι η τέχνη δεν είναι μνημείο για να το συντηρούμε. Είναι ζωντανός οργανισμός, που τρέφεται με το δικό μας αίμα, τις δικές μας αγωνίες, τις δικές μας ομορφιές – όσες και όποιες κι αν είναι αυτές.
Και σε αυτό το τραπέζι της συζήτησης, ακόμα και η ωραία Ελένη μπορεί να είναι μαύρη, άσπρη, ή χρυσή. Η ουσία είναι ότι ακόμα μας κάνει να μιλάμε γι' αυτήν. Και αυτό, ίσως, είναι το μόνο πραγματικό κατόρθωμα που έχει σημασία: να θυμίζει στο σύγχρονο βλέμμα πως ο μύθος δεν ανήκει σε μια φυλή, αλλά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.