Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Από την κοιτασματολογική έρευνα μέχρι την μεταλλευτική παραγωγή, κοινωνία και περιβάλλον συνηγορούν στην βιώσιμη εκμετάλλευση των ορυκτών πρώτων υλών.

Η διαχρονική εκμετάλλευση και βιομηχανική αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου έχει καθοριστική συμβολή στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ευρώπης. Πολλά ορυκτά και πετρώματα αποτελούν βασικές πρώτες ύλες στην οικοδομική δράση και την κατασκευή δρόμων, τα περισσότερα μέταλλα χρησιμοποιούνται στην παραγωγή αυτοκινήτων και κινητών τηλεφώνων, ενώ συγκεκριμένα ορυκτά έχουν ειδικές εφαρμογές στην γεωργία, στα φάρμακά και άλλα βιομηχανικά προϊόντα. Υπολογίζεται ότι κάθε ευρωπαίος πολίτης καταναλώνει έμμεσα 16 τόνους ορυκτών τον χρόνο, ενώ την ίδια στιγμή η ευρωπαϊκή εξορυκτική βιομηχανία(εξαιρουμένων των ενεργειακών πρώτων υλών)παρουσιάζει ετήσιο προϋπολογισμό 30 δις ευρώ και απασχολεί άμεσα 260000 εργαζόμενους. Λαμβάνοντας υπόψη και την παράλληλη απασχόληση που προκύπτει, εκτιμάται ότι το μέγεθος αυτό είναι τετραπλάσιο. Από την άλλη πλευρά, είναι γνωστό ότι η μεταλλευτική παραγωγή ενδέχεται να προκαλέσει ανεπιθύμητες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όταν δεν υπάρχει ελεγχόμενη λειτουργία και συστηματική παρακολούθηση. Τα σχετικά πρόσφατα ατυχήματα εκβολής μεταλλευτικών αποβλήτων από τις «χωματερές» των ορυχείων Aznacollar (Ισπανία) και Baia Mare(Ρουμανία),σε συνδυασμό με την εκτεταμένη διασπορά επικίνδυνων ρύπων προέκτειναν την ανησυχία της κοινής γνώμης και έπληξαν για άλλη μια φορά την δημόσια εικόνα της μεταλλευτικής βιομηχανίας .Το γεγονός αυτό και η γενικότερα επιφυλακτική στάση των πολιτών απέναντι στην βιομηχανία τα τελευταία περίπου δεκαπέντε χρόνια ,είχε σαν αποτέλεσμα την απαίτηση θεσμοθέτησης ευρωπαϊκών πολιτικών για περισσότερο ανταγωνιστική, κοινωνική και περιβαλλοντική παραγωγή. Στο πλαίσιο αυτό, η ευρωπαϊκή επιτροπή εξέδωσε σειρά αποφάσεων και στρατηγικών επιλογών που προωθούν την βιώσιμη ανάπτυξη της μεταλλευτικής βιομηχανίας. Σε όλες τις περιπτώσεις η διαφάνεια ,ο διάλογος και η δημόσια αντιπαράθεση με τους κοινωνικούς εταίρους βρίσκονται στο επίκεντρο των νέων θεσμικών αναζητήσεων. Η ευρωπαϊκή μεταλλευτική βιομηχανία (συμπερiλαμβανόμενης και της ελληνικής) ανταποκρίθηκε θετικά στις προκλήσεις αυτές συμμετέχοντας σε πρωτοβουλίες, που συχνά ανέλαβε και προώθησε η ίδια, σχετικά με ερευνητικές, παραγωγικές και διοικητικές δράσεις για την έκδοση Θεματικής Στρατηγικής Βιώσιμης Εκμετάλλευσης των Ορυκτών Πρώτων Υλών, την σύσταση Ευρωπαϊκής Τεχνολογικής Πλατφόρμας για Βιώσιμες Ορυκτές Πρώτες Ύλες, την ανάδειξη Δεικτών Βιώσιμης Ανάπτυξης της Μεταλλευτικής Παραγωγής κ.α. Ολες οι τρέχουσες ενέργειες είναι συμβατές με τους τρεις πυλώνες της βιώσιμης ανάπτυξης για προστασία του περιβάλλοντος (π.χ. αποφυγή χρήσης επικίνδυνων ουσιών),κοινωνική συνοχή (π.χ. ανοικτή επικοινωνία με τις τοπικές κοινωνίες)και ανταγωνιστική και επιχειρηματικά υπεύθυνη παραγωγική διαδικασία (π.χ. υγιείς και ασφαλείς εργασιακές συνθήκες, ορθολογική χρήση γης).Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο ιδιαίτερα ευνοϊκή για την αγορά των μετάλλων, ενώ την ίδια στιγμή η προώθηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας «REACH» για την προστασία των καταναλωτών από επικίνδυνες χημικές ουσίες, ενδέχεται να περιορίσει σε μεγάλο βαθμό την εισαγωγή μεταλλευτικών προϊόντων από τρίτες χώρες, αφού η ποιότητα τους δεν πληροί τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές Αυτό σημαίνει ότι η Ε.Ε. θα χρειασθεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά να υποστηρίξει, να προωθήσει και να αναπτύξει την εγχώρια μεταλλευτική της παραγωγή. Οι πολίτες καλούνται με την σειρά τους να συνδράμουν σε μια ελεγχόμενη και βιώσιμη λειτουργία της εξορυκτικής βιομηχανίας, Πολλές από τις ανάγκες της Ε.Ε. σε πρώτες ύλες, που σήμερα εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από εισαγόμενα μεταλλικά και βιομηχανικά ορυκτά, θα πρέπει πλέον να καλυφθούν με την προοδευτική εκμετάλλευση ευρωπαϊκών κοιτασμάτων. Ακόμη οι ανάγκες αυτές τείνουν διαρκώς αυξανόμενες αφού μετά την είσοδο της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, το 2007, το καταναλωτικό δυναμικό της Ευρώπης των 27 θα πλησίάσε τον πληθυσμό των 490εκ.(ξεπερνά τον αμερικανικό και τον ιαπωνικό μαζί),ενώ το αντίστοιχο ΑΕΠ θα κυμανθεί στα 14290 δις δολ., μεγαλύτερο από τα 13943 των Η.Π.Α. Τα συγκεκριμένα μεγέθη, σε συνδυασμό με την αδυναμία τρίτων χωρών να προσαρμοσθούν έγκαιρα και αποτελεσματικά στις αυστηρές κοινωνικές και περιβαλλοντικές πολιτικές της Ευρώπης δείχνουν ότι η Ε.Ε. επιβάλλεται να επιταχύνει την αξιοποίηση των κοιτασμάτων της προς όφελος της ευημερίας και της ποιότητας ζωής των πολιτών της. Στην πορεία αυτή η χώρα μας μπορεί να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο αφού κυριαρχεί ήδη στην ευρωπαϊκή παραγωγή αλουμινίου, νικελίου, μπεντονίτη, λευκολιθου ενώ παράλληλα διαθέτει πλούσια κοιτάσματα χαλκού, ψευδαργύρου, μολύβδου, χρυσού και αργύρου. Η αξιοποίηση των τελευταίων διαθέτει παραγωγική και ανταγωνιστική δυναμική που μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην περιφερειακή ανάπτυξη και απασχόληση.