Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Η αλήθεια για το ΙΓΜΕ

Είναι αρκετοί αυτοί σήμερα, που στην προσπάθεια τους να δημιουργήσουν αρνητική εικόνα για το ΙΓΜΕ, προσφεύγουν σε ανακρίβειες βασιζόμενες σε επιλεκτικά στοιχεία, αντιφατικές αναλύσεις και υποκειμενικές ερμηνείες. Από την άλλη πλευρά όσοι έχουν σαφή εικόνα του τρόπου συγκέντρωσης, παρουσίασης και επεξεργασίας, αλλά και του είδους στατιστικών δεδομένων (προϋπολογισμός, αριθμός εργαζομένων, ύψος κρατικής επιχορήγησης) που αφορούν στα περισσότερα γεωλογικά ινστιτούτα της Ευρώπης, υποστηρίζουν ότι τα επιστημονικά συμπεράσματα που τεκμηριωμένα μπορεί να αντλήσει ένας επαγγελματίας στατιστικολόγος αλλά και κάθε καλόπιστος αναγνώστης είναι,
• (α) η σχέση επιστημονικού και υπόλοιπου προσωπικού του ΙΓΜΕ, και κατά συνέπεια οι συνολικές του δαπάνες δεν συμβαδίζουν απόλυτα με αντίστοιχα μεγέθη πολλών γεωλογικών ινστιτούτων άλλων ευρωπαϊκών χωρών, και «ως εκ τούτου» χρήζουν μάλλον εξορθολογισμού. Στην κατεύθυνση αυτή, και στην βάση αναζήτησης και εφαρμογής συγκεκριμένου, καθώς και γενικότερα αποδεκτού στρατηγικού σχεδίου, μπορεί να υπάρξει ανάγκη λειτουργικής αναδιάρθρωσης, αλλά και ενδεχόμενη μείωση τόσο του συνολικού αριθμού των εργαζομένων όσο και του προϋπολογισμού,
• (β) από τα 21 γεωλογικά ινστιτούτα που περιλαμβάνονται στην στατιστική επεξεργασία, τα 19 λαμβάνουν κρατική επιχορήγηση μεγαλύτερη του 50%, τα 16 μεγαλύτερη του 70% και 11 πάνω από 80%. Η τακτική χρηματοδότηση του ΙΓΜΕ είναι περίπου 92%, ενώ αυτή των γεωλογικών ινστιτούτων της Σουηδίας και Ελβετίας είναι περίπου 96 και 98%, αντίστοιχα. Η εικόνα αυτή συνδέεται και επιβεβαιώνει τον εθνικό και «ανεξάρτητο» χαρακτήρα που οι περισσότερες χώρες θέλουν να προσδώσουν στις υπηρεσίες και υποδομές που προσφέρουν τα γεωλογικά τους ινστιτούτα. Επιλέγουν για παράδειγμα, ώστε η στρατηγική αξιοποίησης του ορυκτού τους πλούτου και η σχετική μεταλλευτική πολιτική να είναι απόλυτα εθνική και να λειτουργεί προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος, ή από την άλλη η εκάστοτε παροχή πληροφοριών για την ποιοτική και ποσοτική κατάσταση των υπόγειων νερών ή την κοιτασματολογική αξιολόγηση της γεωθερμίας και άλλων ενεργειακών πηγών, να στηρίζονται σε αξιόπιστα και επιστημονικά τεκμηριωμένα στοιχεία.
Αντί λοιπόν για την, στα δύο παραπάνω σημεία, φυσιολογική, ξεκάθαρη και απόλυτα αντικειμενική ανάγνωση, ορισμένα κυβερνητικά στελέχη επιλέγουν ένα διαφορετικό δρόμο προσέγγισης και ερμηνείας που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αναφέρουν για παράδειγμα ότι η κρατική επιχορήγηση στα ευρωπαϊκά γεωλογικά ινστιτούτα είναι περίπου 20%, μέγεθος που αφορά σε μία μόνο χώρα και συγκεκριμένα στην Πολωνία, όπου το γεωλογικό ινστιτούτο υποστηρίζεται από ιδιωτικά πολυεθνικά συμφέροντα, καθεστώς που δεν αντιπροσωπεύει το ευρωπαϊκό μοντέλο. Το ερώτημα είναι, αν αυτοί που το επικαλούνται, επιθυμούν να ισχύσει στην Ελλάδα και το ΙΓΜΕ το πολωνικό μοντέλο. Γιατί βέβαια αυτό θα ερχότανε σε αντίθεση με τις ευρύτερα και συχνά επαναλαμβανόμενες εξαγγελίες τους για «εθνική» αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών κοιτασματολογικών πηγών της χώρας, που στην βάση τους αποτελούν δημόσια περιουσία. Βέβαια σε όσους τους ρωτούν γιατί επιλέγεται η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, η πιο συνηθισμένη απάντηση και βασικότερη δικαιολογία που επικαλούνται είναι το γεγονός ότι «τώρα κινδυνεύει η χώρα» και άρα τους επιτρέπεται κάθε αυθαίρετη ενέργεια και τοποθέτηση σε βάρος του Ινστιτούτου. Πάντως η αλήθεια είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το ΙΓΜΕ. Αντίθετα το ΙΓΜΕ έχει αποδείξει και αποδεικνύει διαρκώς ότι μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην διάσωση της χώρας και στην διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.
Ακόμη προσφεύγουν σε ανακριβή αναφορά μισθολογικών στοιχείων και ατυχείς συγκρίσεις με άλλους φορείς, που κατά την γνώμη τους είναι πρότυπα, σε αντίθεση με το «κακό» ΙΓΜΕ που είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Όλα αυτά έχουν πληγώσει και ενοχλήσει τους ανθρώπους του ΙΓΜΕ, που ενώ σε γενικές γραμμές έχουν κατανοήσει και είναι έτοιμοι να συζητήσουν τα προβλήματα, και τις λύσεις τους εισπράττουν ξαφνικά την απόρριψη και οδηγούνται στην εργασιακή εξόντωση. Ο Ούλοφ Πάλμε συνήθιζε να λέει ότι, «στις δύσκολες, αδιέξοδες και οικονομικά πιεστικές καταστάσεις πρέπει να δίνεις την ευκαιρία στους ανθρώπους να πορεύονται και να διαχειρίζονται τις επιβαλλόμενες αλλαγές στην ζωή τους, περήφανοι και με ψηλά το κεφάλι και όχι να φορτώνονται το ψυχολογικό βάρος αυτών που χαρακτηρίζονται επαγγελματικά αποτυχημένοι, υπερβολικά αμειβόμενοι και κοινωνικά άχρηστοι.