Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Πολύτιμες και κρίσιμες ΟΠΥ διευρύνουν την μεταλλευτική αξία των ελληνικών κοιτασμάτων


Νέες αναπτυξιακές προκλήσεις

Δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία ότι η ζήτηση για ορυκτές πρώτες ύλες (ΟΠΥ) τείνει διαρκώς αυξανόμενη πολλαπλασιαζόμενη (Παγκόσμια Τράπεζα) κατά μέσο όρο 4 φορές περίπου τον χρόνο. Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη ο πληθυσμός της γης το 2100 θα ανέλθει στο 11 δις κάτι που παίζει κεντρικό ρόλο στην σταθερά αυξανόμενη κατανάλωση και ζήτηση ΟΠΥ. Για παράδειγμα κάθε άνθρωπος καταναλώνει 8 φορές περισσότερο χαλκό από ότι πριν 100 χρόνια, ενώ την ίδια περίοδο η παραγωγή χαλκού αυξήθηκε 34 φορές.    Από την άλλη πλευρά οι τρέχουσες ευρωπαϊκές στρατηγικές και πολιτικές γύρω κυρίως από προκλήσεις, στόχους και χρονοδιαγράμματα που αφορούν σε έξυπνες πόλεις, βιώσιμες κοινωνίες, στις κλιματικές δεσμεύσεις, στην πράσινη ενέργεια αλλά και την με ραγδαίους ρυθμούς διευρυνόμενη ηλεκτροκίνηση, όλα αυτά λοιπόν χρειάζονται τεχνολογίες που απαιτούν και  εξαρτώνται απόλυτα από την χρήση ΟΠΥ. Η ζήτηση και οι ανάγκες για νέες, κρίσιμες για την Ευρώπη ΟΠΥ, όπως  είναι τα πλατινοειδή μέταλλα, οι σπάνιες γαιές, το γκάλιο, το γερμάνιο, το ίνδιο, το αντιμόνιο, το βισμούθιο, έρχονται στο παραγωγικό προσκήνιο, ενώ ακόμη και άλλες παραδοσιακότερες επανέρχονται πιο δυναμικά από πλευράς αυξανόμενου βιομηχανικού ενδιαφέροντος με χαρακτηριστικά παραδείγματα τον χαλκό (να αναφέρω εδώ ότι κάθε ηλεκτρικό αυτοκίνητο χρησιμοποιεί 25 κιλά χαλκού λαμβάνοντας την ίδια στιγμή υπόψη τις προβλέψεις ότι το 2020 θα φθάσουν να πωλούνται 10 εκ ηλεκτρικών οχημάτων και το 2030 100 εκ), το νικέλιο, ο λευκόλιθος, που προέρχονται από ΟΠΥ που διαθέτει η χώρα μας. Για την κατασκευή για παράδειγμα μπαταριών λιθίου που είναι απαραίτητες για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα, χρειάζονται ΟΠΥ λιθίου, κοβαλτίου, γραφίτη, μαγγανίου, βαναδίου,κασσιτέρου, καθώς και των προαναφερόμενων χαλκού και νικελίου, που εξελίσσονται σε στρατηγικά ορυκτά και μέταλλα και βέβαια χωρίς την άμεση κοιτασματολογική τους εξόρυξη και μεταλλευτική τους παραγωγή, κυρίως από το ευρωπαϊκό έδαφος και υπέδαφος, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να υλοποιήσουμε ή ακόμη να πλησιάσουμε τους κοινωνικούς στόχους που έχουν τεθεί για νέες μορφές ενέργειας και βιομηχανίες χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Σε κάθε περίπτωση η εντατικοποίηση της κοιτασματολογικής έρευνας για νέα αποθέματα ΟΠΥ, η έναρξη εξόρυξης βεβαιωμένων κοιτασμάτων, αλλά και η βιωσιμότητα παραγωγικής λειτουργίας ενεργών μεταλλείων, αποτελούν σήμερα αναπτυξιακό μονόδρομο.

Κοιτασματολογικός προορισμός η Ελλάδα

Η Ελλάδα είναι διαχρονικά μεταλλευτική χώρα στη βάση ενός δυναμικού παραγωγικού κεφαλαίου μεταλλικών ορυκτών (θυμίζω το αλουμίνιο, το νικέκιο, τα βασικά μέταλλα), βιομηχανικών ορυκτών (όπως ο λευκόλιθος, περλίτης, μπεντονίτης, και άλλα) και διακοσμητικών ορυκτών και δομικών λίθων όπως είναι τα μάρμαρα. Στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται σε παγκόσμια και ευρωπαϊκή κλίμακα, η χώρα πρέπει να είναι παρούσα, δεδομένου του ευνοϊκού γεωλογικού και μεταλλογενετικού περιβάλλοντος που την χαρακτηρίζει, αφού το λεγόμενο μεταλλογενετικό τόξο της Τηθύος (ονομάζεται και Καρπαθο-Βαλκανικό) στο οποίο ανήκει και εντάσσεται, συνιστά μαζί με τα αντίστοιχα στη Σκανδιναβία και την Ιβηρική χερσόνησο την τρίτη σε αριθμό σημαντικότερη κοιτασματολογική περιφέρεια της Ευρώπης. Συγκεκριμένα,
·       Το μεταλλογενετικό περιβάλλον των ορογενετικών μαγματικών τόξων, όπως για παράδειγμα είναι το ελληνικό, και ο συνδυασμός πολυμεταλλικών / πορφυρικών / επιθερμικών τύπων που παράγει, διαμορφώνουν ευνοϊκές  συνθήκες για τον εντοπισμό πλούσιων και δυναμικών κοιτασμάτων χρυσού και κρίσιμων μετάλλων όπως το ίνδιο, το βισμούθιο, το γερμάνιο, το αντιμόνιο, τα πλατινοειδή.
·       Η γεωτεκτονική χώρο-χρονική εξέλιξη της Μακεδονίας και Θράκης αλλά και της ευρύτερης Βαλκανικής, συνιστά ένα ιδιαίτερα δυναμικό μεταλλογενετικό σύστημα ικανό να αποθέσει χρυσοφόρα πολυμεταλλικά (Pb-Zn-Au-Ag, Cu-Au, Au) κοιτάσματα παγκόσμιας κλάσης.
·       Η αξιοποίηση της μεταλλογενετικής ερμηνείας στον καθορισμό χωροχρονικά και γεωδυναμικά ελεγχόμενων τύπων αποτελεί βασικό δείκτη και παράμετρο για την βιώσιμη εκμετάλλευσή τους.

Η συνολική μεταλλευτική αξία στα γνωστά ελληνικά κοιτάσματα Ni, Cr, Pb, Zn, Au, Ag, Cu, Mo, W, Mn, Sb υπολογίζεται σε 80 δις ευρώ. Η συνολική μικτή αξία του μεταλλικού περιεχομένου στις Σκουριές, Ολυμπιάδα, Στρατώνι, Σάπες, Πέραμα και Καστοριά προσεγγίζει τα 28 δις (Αρβανιτίδης και Παπαβασιλείου, 2011). Συνολικά βέβαια και δυναμικά αποθέματα χρυσού ανέρχονται σε περίπου 420 τόνους. Ένα πολύ μικρό μέρος της αξίας αυτής αξιοποιείται σήμερα παραγωγικά. Τα δυναμικά αποθέματα που φιλοξενούντα στις υπάρχουσες μεταλλευτικές αλλά και σε νέες περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος, συχνά με την παρουσία αυξημένων συγκεντρώσεων κρίσιμων ΟΠΥ, είναι σε θέση να πολλαπλασιάσουν τα προαναφερόμενα οικονομικά μεγέθη. Με βάση τα αποθέματα και το μεταλλικό περιεχόμενο σε χρυσό, άργυρο, χαλκό, μόλυβδο και ψευδάργυρο η Β. Ελλάδα είναι από τις πλουσιότερες κοιτασματολογικές περιφέρειες της Ευρώπης και αποτελεί σταθερή μεταλλευτική πηγή για την βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας. Είναι φανερό ότι ο ελληνικός ορυκτός πλούτος είναι σε θέση να συμβάλλει καθοριστικά στην κατεύθυνση εντατικότερης και αποτελεσματικότερης εκμετάλλευσης ενδοευρωπαϊκών πηγών μη/ενεργιεακών ορυκτών πρώτων υλών.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικός Χρυσός τα συνολικά δυναμικά αποθέματα στις Σκουριές ανέρχονται σε 289,3 εκ.τον. με 0,58 γρ./τον. χρυσός και 0,43 % χαλκός που αντιστοιχούν σε 5,4 εκ. ουγγιές χρυσού και 1,2 εκ. τον. χαλκού. Τα βέβαια αποθέματα είναι 125,7 εκ. τον. με  0,77 γρ./τον. χρυσό and 0,51 % χαλκό που αντιστοιχούν σε 3,8 εκ. ουγγιές χρυσού και 776.000 τόνους χαλκού. Στην Ολυμπιάδα τα συνολικά αποθέματα υπολογίζονται σε 14,7 εκ.τον., με 8,1 γρ./τον. χρυσό, 137 γρ./τον. άργυρο, 4,7 % μόλυβδο και 6,2 % ψευδάργυρο.. Τα αντίστοιχα μεταλλικά αποθέματα είναι 3,8 εκ. ουγγιές χρυσός, 64,9 εκ. ουγγιές άργυρος, 685.000 τόνοι μόλυβδος και 911.000 τόνοι ψευδάργυρος. Τα σημερινά αποθέματα στις Μαύρες Πέτρες εκτιμώνται 700.000 τόνοι με 178 γρ./τον. άργυρο, 6,9% μόλυβδο και 9,3% ψευδάργυρο. Τα βεβαιωμένα αποθέματα είναι 581.000 τόνοι με 161 γρ./τον. άργυρο, 6,2% μόλυβδο και 8,3% ψευδάργυρο.    

Η γεωλογική όμως αυτή κληρονομιά και η «εν δυνάμει» αναπτυξιακή παρακαταθήκη που προκύπτει, παραμένουν αναξιοποίητες αν δεν υπάρξουν συγκεκριμένες στρατηγικές επιλογές και σταθερή, αλλά και συνάμα προοδευτική προγραμματική πορεία, στη βάση συστηματικής κοιτασματολογικής έρευνας και αυξανόμενα διευρυμένης μεταλλευτικής παραγωγής. Σε μια γρήγορη αρχική προσέγγιση από την πλευρά μου θα έβλεπα 4 βασικές ενέργειες,  πρακτικές και δράσεις.
1.     Έρευνα για την αύξηση των αποθεμάτων ενεργών μεταλλείων ώστε να υπάρξει μεταλλευτική ή κοιτασματολογική επέκταση της παραγωγικής τους ζωής.
2.     Έρευνα στο περιβάλλον ενεργών μεταλλείων για περαιτέρω διεύρυνση του αποθεματικού δυναμικού σε μια προοπτική συνέχισης της παραγωγικής δραστηριότητας, καθώς και κοιτασματολογική διερεύνηση παρουσίας αξιοποιήσιμων κρίσιμων (ΟΠΥ).
3.     Έρευνα ιστορικών ή γνωστών από το νεώτερο παρελθόν μεταλλευτικών περιοχών (αποκαλούνται ευρύτερα Brownfields σε διαφοροποίηση από τα Greenfields) π.χ. οι ΔΜΧ της χώρας στη βάση της επαναξιολόγησης τους που πραγματοποιήθηκε πριν ορισμένα χρόνια από αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς εξελίξεις και δεδομένα που καταγράφονται και ισχύουν σήμερα.
4.     Έρευνα σε περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος όπως έχουν προσδιοριστεί από τις μελέτες και τα έργα που κυρίως πραγματοποίησε το ΙΓΜΕ.       

Πέρα και τις βάσιμες ενδείξεις ότι το περιβάλλον των γνωστών πολυμεταλλικών κοιτασμάτων των βωξιτών, των λατεριτών, του λευκολίθου, των διαφόρων λατομείων βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων,  αποτελεί σε κάθε περίπτωση βιώσιμη  και «πλουτοπαραγωγική πηγή» ΟΠΥ, ικανή να αυξήσει σημαντικά τα σημερινά γνωστά αποθέματα, υπάρχουν στην περίπτωση των μεταλλικών ορυκτών  δυνατότητες για συστηματικότερη έρευνα και σε άλλες περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος στην Β. Ελλάδα, όπως προκύπτει από προηγούμενες έρευνες του ΙΓΜΕ (Αρβανιτίδης, 2010 και 2011). Μεταξύ αυτών χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι,
·       η ζώνη λειμωνιτικών εμφανίσεων χρυσού στον ορεινό όγκο Αγκίστρου – Βροντούς – Μενοικίου, στις Σέρρες και Δράμα
·       τα πορφυρικά συστήματα χαλκού- χρυσού της ευρύτερης περιοχής Ποντοκερασιάς – Γερακαριού – Βάθης – Μυλοχωρίου – Δροσάτου (Κιλκίς)
·       η δυναμική πολυμεταλλική παρουσία μικτής θειούχου μεταλλοφορίας στην ζώνη Φαρασινού – Συκιδίων στην Δράμα, αλλά και Πολυκάστρου στο Κιλκίς
·       οι νέοι στόχοι εντοπισμού επιθερμικού χρυσού σε μεταλλοφόρες δομές των περιοχών Κίρκης και Πεύκων στον Έβρο

Καινοτόμες τεχνολογίες κοιτασματολογικής έρευνας

Κοινός παρανομαστής και βασικές προϋποθέσεις στην υλοποίηση των 4 αυτών ερευνητικών παρεμβάσεων είναι.
·       Το γεγονός ότι η κοιτασματολογική έρευνα είναι σήμερα αποτελεσματικότερη και πιο αποδοτική στη βάση εφαρμογής έξυπνων μεθόδων και καινοτόμων τεχνολογιών. Την περίοδο αυτή με την συμμετοχή από πλευράς Ελλάδας, του Ελληνικού Χρυσού, αφού συγκεκριμένες πιλοτικές δοκιμές πραγματοποιούνται σχετικά στο κοίτασμα και το μετάλλευμα του μεταλλείου Μαύρων Πετρών στη Στρατονίκη και το Στρατώνι, ερευνητική ομάδα με εταίρους απο Σουηδία, Φινλανδία, Πολωνία, Τσεχία, Βουλγαρία, Κύπρο και άλλους υλοποιεί ευρωπαϊκό έργο X-Mine στο πλαίσιο και στη βάση του οποίου, με την δυαδική τεχνολογική χρήση αισθητήρων ακτίνων-Χ γίνονται αναλύσεις πυρήνων γεωτρήσεων και βελτιώνεται η διαδικασία εμπλουτισμού σε άμεση και σχεδόν πραγματική σχέση με τον παραγωγικό χρόνιο, με αποτέλεσμα την ασφαλέστερη εξορυκτική λειτουργία, καλύτερες συνθήκες εργασίας και αποτελεσματικότερη διαχείριση των μεταλλευτικών αποβλήτων (X-MINE Project-Real-Time Mineral X-Ray Analysis for Efficient and Sustainable Mining).
·       Ο στόχος της κοιτασματολογικής έρευνας να είναι o εντοπισμός κοιτασμάτων σε βαθύτερα τμήματα του υπεδάφους (>500 μέτρων), τόσο στις ενεργά μεταλλευτικές περιοχές, όσο και στις περιοχές κοιτασματολογικού ενδιαφέροντος. Υπάρχουν σήμερα για παράδειγμα γεωφυσικές μέθοδοι που τρυπάνε το γεωλογικό/κρυσταλλικό υπόβαθρο και μεταφέρουν στην επιφάνεια κοιτασματολογικές πληροφορίες από μεγάλα βάθη, όπως επίσης υπάρχουν ερμηνευτικά μοντέλλα που απεικονίζουν τρισδιάστατα την γεωμετρική παρουσία και εξέλιξη σε βάθος «χαρτογραφημένων» μεταλλλοφόρων σωμάτων.
·       Πρόσθετη διάσταση που πρέπει να λάβει υπόψη της η κοιτασματολογική έρευνα είναι το γεγονός ότι στη βάση καινοτόμων τεχνολογιών και νέων μεθόδων εμπλουτισμού και μεταλλουργίας που υπάρχουν σήμερα, ακόμη και χαμηλότερες μεταλλικές περιεκτικότητες μπορούν να χαρακτηριστούν κοιτασματολογικά εκμεταλλεύσιμες. Και βέβαια αυτό συνεπάγεται ότι ο στόχος πλέον δεν είναι τα 2-3 πλούσια μέταλλα, αλλά και τα συνοδά που ενδεχομένως συμπεριλαμβάνονται και τα οποία μπορεί μάλιστα να έχουν και μεγαλύτερη μεταλλευτική αξία. Ένα κοίτασμα νικελίου, όπως είναι οι λατερίτες ης ΛΑΡΚΟ, μπορεί για παράδειγμα να περιέχει εκμεταλλεύσιμες αν και σχετικά χαμηλές συγκεντρώσεις κοβαλτίου σε σχέση με την μεγάλη ζήτηση και τις υψηλές τιμές που παρουσιάζει σήμερα (Alves Dias P., Blagoeva D., Pavel C., Arvanitidis N., 2018). Η ζήτηση για το κοβάλτιο προβλέπεται να αυξάνεται κατά 14,5% τον χρόνο μέχρι το 2027 ( Roskill: Cobalt Demand in Batteries Set to Grow at 14.5% py to 2027).  Βρισκόμαστε λοιπόν σε περιόδους που η αυξανόμενη ζήτηση συμπίπτει χρονικά με κοιτάσματα χαμηλών περιεκτικότητων. Από πλούσια κοιτάσματα και σχετικά μικρού κόστους κοιτασματολογική έρευνα στα προηγούμενα χρόνια καλούμαστε σήμερα μέσα από σαφώς πιο ακριβή κοιτασματολογική έρευνα να δημιουργήσουμε προοπτική οικονομικότητας σε φτωχά κοιτάσματα. Νέα μεταλλευτική πρόκληση αποτελεί επίσης η δυναμική οικονομικότητα μετάλλων που συνοδεύουν βασικούς κοιτασματολογικούς τύπους όπως για παράδειγμα, η ενδεχόμενη παρουσία σπανίων γαιών και γαλλίου στα κοιτάσματα αλουμινίου, παλλαδίου στα πεοφυρικά χαλκού, ινδίου και γερμανίου στα πολυμεταλλικά θειούχα. Όλη αυτή η εξέλιξη οδηγεί στην ανάγκη ανάπτυξης νέων τεχνολογιών και διεπιστημονικών μεθόδων κοιτασματολογικής έρευνας.
·       Στις βασικές επιδιώξεις της κοιτασματολογικής έρευνας πρέπει να περιλαμβάνεται ο διαδικαστικός έλεγχος και διαχείριση σε όλη την πορεία, στάδια και εξέλιξη της παραγωγικής αλυσίδας αξίας κάθε ΟΠΥ, με βασικό στόχο την μείωση έως και ολοκληρωτική απουσία μεταλλευτικών αποβλήτων μέσα από καινοτόμο εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών εντοπισμού και εξόρυξης, αλλά φυσικά μέσα από την ανακλυκλωση και επαναξιοποίηση τους στη βάση της κυκλικής οικονομίας που επίσης αποτελεί στρατηγική ευρωπαϊκή επιλογή. Αυτό περιλαμβάνει και τα ιστορικά μεταλλευτικά απόβλητα, που σε αρκετές περιπτώσεις αποτελούν «εν δυνάμει» δευτερογενείς κοιτασματολογικές πηγές κρίσιμων και στρατηγικών ΟΠΥ.  
·       Η τήρηση των αρχών βιωσιμότητας και υπεύθυνης εξόρυξης αποτελούν οδηγό και απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε πρωτοβουλία κοιτασματολογικής έρευνας και παραγωγικής αξιοποίησης των ΟΠΥ. Στη κατεύθυνση αυτή οφείλει επίσης να λειτουργεί κάθε διαδικασία που αφορά στην στρατηγική επιλογή μεταλλευτικών χρήσεων γης και προώθηση της εξορυκτικής αξιοποίησης τους.

Βιβλιογραφία και διαδυκτιακή σύνδεση

Αρβανιτίδης Ν., 2010: Βιώσιμα κοιτάσματα μεταλλικών ορυκτών στην Μακεδονία και Θράκη, ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ « ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ», ΗΜΕΡΙΔΑ ΕΞΠΡΕΣ – ΣΜΕ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 29 ΜΑΙΟΥ, 2010.

Arvanitidis N., 2011: Sustainable development opportunities for Greek metallic minerals, MINERAL RESOURCES IN GREECE A HIDDEN WEALTH, 1ST INTERNATIONAL CONFERENCE, April 5, 2011, Athens

Αρβανιτίδης Ν. & Παπαβασιλείου Κ., 2011: Ελληνικός Ορυκτός Πλούτος-Νέες αναπτυξιακές δυνατότητες για βιώσιμες & παραγωγικές επενδύσεις, Έκδοση ΙΓΜΕ.

Alves Dias P., Blagoeva D., Pavel C., Arvanitidis N., 2018: Cobalt: demand-supply balances in the transition to electric mobility. Technical report by the Joint Research Centre (JRC), the European Commission’s science and knowledge service. EUR 29381 EN.











Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

Η ενεργειακή βιωσιμότητα έχει πολλές "πηγές"



Το 2030 θα κυκλοφορούν στους δρόμους 30 εκ ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Η ηλεκτροποιηση προωθείται και δρομολογείται σε μεγάλους τομείς της βιομηχανίας και ευρύτερα στις δικτυακές και άλλες υποδομές. Θα απαιτηθεί έτσι η κατανάλωση τεράστιων ποσοτήτων ηλεκτρισμού. Υπολογίζεται ότι για την ηλεκτροπαραγωγική λειτουργία της ευρωπαϊκής χημικής βιομηχανίας η συνολική ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που χρειάζεται είναι 3-4 περισσότερη από την αντίστοιχη χρησιμοποιεί σήμερα η Γερμανία σαν χώρα. Με τον σταδιακά πλήρη αποκλεισμό και κατάργηση των παραδοσιακών πηγών ενέργειας (υδρογονάνθρακες, στερεά καύσιμα, πυρηνική ενέργεια) το βάρος πέφτει συνολικά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) οι οποίες σήμερα δεν είναι έτοιμες να ανταποκριθούν στις διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις. Σημειώνεται για παράδειγμα ότι η αιολική ενέργεια καλύπτει μόνο το 12% των σημερινών αναγκών. 
Για να μπορέσουν λοιπόν οι ΑΠΕ από μόνες τους να καλύψουν τις επερχόμενες θεόρατες ανάγκες πρέπει πρώτα, (1) να αναζητηθούν, βρεθούν και να εξορυχθουν τα κοιτάσματα και τα μεταλλευτικά αποθέματα σπανίων γαιών που είναι οι πρώτες ύλες που χρειάζονται για την κατασκευή ανεμογεννητριών (2) να βρεθούν τα κατάλληλα κοιτάσματα για να παραχθούν οι απαραίτητες ποιότητες και ποσότητες πυριτίου για την κατασκευή φωτοβολταϊκών (3) να υπάρξει ορθολογική χωροταξική διαχείριση αφού τα πάρκα/οικόπεδα ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών που θα χρειαστούν θα καλύψουν τεράστιες εκτάσεις σε ξηρά και θάλασσα σε βάρος των χρήσεων που υπάρχουν σήμερα π.χ. γεωργία, τουρισμός, ιχθυοκαλλιέργειες.

Είναι φανερό ότι η επιλογή αξιοποίησης των ΑΠΕ δεν είναι οικολογικά βιώσιμη όπως πολλοί ισχυρίζονται και θέλουν να παρουσιάσουν. Η άποψη ότι δεν υπάρχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον είναι εικονική, ουτοπική και αποτελεί φερόμενη ψευδαίσθηση, από όποια πλευρά και αν το δει ή το μετρήσει κανείς. Και να δεχτώ εγώ την στρατηγική επιδίωξη μείωσης του διοξειδίου του άνθρακα μια και φαίνεται πως είναι ευρύτερη κοινωνική απαίτηση. Γιατί όμως αυτός ο πανικός, η υστερία και η βιασύνη. Τη στιγμή μάλιστα που αποδεδειγμένα υπάρχουν σήμερα τεχνολογίες για την ασφαλή αποθήκευση του διοξειδίου του άνθρακα. Και θα έλεγα μάλιστα ποιο έτοιμες, εφαρμόσιμες και αποτελεσματικές από το τεχνολογικό χάος και αβεβαιότητα που χαρακτηρίζουν σήμερα την δυνατότητα βιώσιμης αξιοποίησης των ΑΠΕ. 

Οι ενεργειακές πηγές αποτελούν σήμερα κορυφαία παραγωγική πρόκληση και δοκιμασία στη βάση των οποίων δεν υπάρχουν νικητές η/και ηττημένοι απέναντι στο περιβάλλον. Στις περιπτώσεις αυτές αυτό που κυρίως απαιτείται είναι κοινή λογική, καθαρό μυαλό και ρεαλιστικές αποφάσεις. Αλλιώς η κατάσταση που διαμορφώνεται καταλήγει να είναι μια διαδρομή, μια περιπέτεια θα έλεγα, χωρίς αρχή και τέλος, και το πιο σημαντικό, χωρίς κάποια πρακτική αξία!


Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Εξομολογητική συνέντευξη με τη Γη


Δεν είμαι σκεπτικιστής, ούτε μέλος κάποιας αίρεσης ή υπόγειας στοάς. Απεχθάνομαι τον Τράμπ και είμαι προφανώς κάθετα αντίθετος με ότι λέει και κάνει. Είμαι γεωεπιστήμονας (σημειώνω εδώ ότι σε αντίθεση με τις επιστήμες της γης, οι κλιματικές επιστήμες ήρθαν απλά να εκμεταλλευτούν τα σημεία των καιρών) και θεωρώ ότι γνωρίζω τον πόνο και τους καημούς της γης. Μου έχει λοιπόν εξομολογηθεί αμέτρητες φορές και μάλιστα όχι μόνο με λόγια αλλά ακόμη και με δεδομένα και πολλά συμβάντα. Καταλαβαίνω τις περιβαλλοντικές και άλλες ανησυχίες της γιατί απασχολούν σε μεγάλο βαθμό και μένα προσωπικά. Η εξομολογητική και «εκ βαθέων» συνέντευξη που μού έδωσε είναι ιδιαίτερη, συγκεριμένη, αληθινή, πραγματική και ειλικρινής.

«Λέει λοιπόν η Γη πως όσες έρευνες και συναντήσεις και αν κάνετε, ότι και άν αποφασίσετε, ότι προτάσεις και αν έχετε σε επιστημονικό και πολιτικό επίπεδο, αν το κλίμα βάλθηκε να αλλάξει, είναι κάτι που δεν μπορείτε να το σταματήσετε. Και βέβαια όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα ούτε έχουν κάποια αξία για μένα τη Γη. Εκτός και αν μέσα από την εκμετάλλευση της κινδυνολογίας που καλλιεργείται γύρω από το θέμα επιδιώκονται οι εγκρίσεις πλουσιοπάροχων ερευνητικών προγραμμάτων, η χειραγώγιση της κοινής γνώμης και τα πολιτικά παιχνίδια στην πλάτη των πολιτών. Κάτι που φαίνεται ότι δρομολογείται με απόλυτη επιτυχία αφού η κλιματική αλλαγή έχει φθάσει να θεωρείται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ανθρωπότητα. Και μάλιστα η άποψη αυτή έχει περάσει και στις μικρότερες ηλικίες γεγονός πολύ ανησυχητικό για το μέλλον του κόσμου. Γιατί όπως ισχυρίζεται και εκμυστηρεύεται η Γη, οι πυρκαγιές δεν οφείλονται στην υπερθέρμανσή μου αλλά σε σας τους ανθρώπους που αγνοείτε ή δεν υπολογίζετε τον κίνδυνο. Οι αστικές πλημμύρες προκύπτουν από το γεγονός ότι χτίζετε εκεί που συνήθως τρέχουν τα νερά της βροχής, οι κατολισθήσεις εμφανίζονται εκεί που έχετε αποψιλώσει το δάσος ή εκεί που δεν γωρίζετε καλά τις γεωλογικές ιδιότητες και συμπεριφορά των εδαφών μου. Αυτό όμως που με ανησυχεί περισσότερο είναι η ποιοτική υποβάθμιση που εσείς οι άνθρωποι προκαλείται στα νερά μου, τα εδάφη μου, τις θάλασσες μου αν και μπορείτε να το αποφύγετε. Μάλιστα τη στιγμή που αυτό δεν έχει επιπτώσεις μόνο σε μένα αλλά και στην δική σας υγεία.
Σε ότι με αφορά, συνεχίζει η Γη, έχω στη μακρόχρονη γεωλογική μου ζωή υποστεί πάρα πολλές κλιματικές αλλαγές. Όπως ξέρετε είμαι κομματιασμένη σε λιθοσφαιρικές πλάκες που αλλού συγκρούονται και αλλού χωρίζονται μεταξύ τους, αλλάζοντας διαρκώς γεωγραφικό μήκος και πλάτος. Προκύπτει έτσι η ίδια πλάκα να είναι άλλωτε σκεπασμένη από παγετώνες και άλλωτε να καλύπτεται από έρημο. Τη μια στιγμή να βρίσκεται κάτω από την θάλασσα και την επόμενη στην ξηρά. Και δεν είναι μόνο αυτό. Οι πύρινες μάζες στο εσωτερικό μου τμήμα, αυτές που βρίσκονται δηλαδή στον πυρήνα μου, χρησιμοποιούν τα ρήγματα που με διασχίζουν και ανέρχονται στην επιφάνεια σχηματίζοντας πολλά και μεγάλα ηφαίστεια. Όπου οι τεκτονικές κινήσεις συγκλίνουν δημιουργούνται εστίες και επίκεντρα σεισμών με καταστροφικές συνέπειες. Όλες αυτές οι γεωλογικές μεταβολές που διαχρονικά έχουν συμβεί και συμβαίνουν αιτιολογούν και βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό πίσω από τις αλλαγές που διαμορφώνουν τις κλιματικές μου συνθήκες. Είναι αυτές που έχουν διαφοροποιήσει και επηρεάσει τη ζωή και τις δραστηριότητες των ανθρώπων, αλλά και αφανίσει πολλά είδη ζώων και φυτών μου. Και αν παλαιότερα οι άνθρωποι που κατοικούσαν πάνω μου δεν είχαν την δυνατότητα να προφυλαχτούν και να αλλάξουν τα πράγματα, εσείς που ζείτε σήμερα διαθέτετε τις γνώσεις, τις τεχνολογίες και τα εργαλεία που μπορούν να περιορίσουν και να εμποδίσουν τις καταστροφικές συνέπειες που προκαλούν οι σεισμοί, τα ηφαίστεια  και άλλα φυσικά φαινόμενα που οφείλονται σε μένα τη Γη. Εκεί βρίσκονται οι κίνδυνοι, τα προβλήματα και οι λύσεις τους, και όχι στην κλιματική αλλαγή. Την ξέρω από παλιά και έχω ζήσει τις παραξενιές της πολλές φορές. Όταν πάρει μπρος δεν την σταματάει τίποτα».

Αναλύοντας και αξιολογώντας την πολύ εμπεριστατωμένη αυτή συνέντευξη της Γης σκέφτομαι το νόημα που έχει πλέον ο στόχος αποτροπής αύξησης της θερμοκρασιας του πλανήτη περισσότερο από 2 βαθμούς κελσίου μέχρι το 2030. Τις υπερθεματικές απόψεις και τις εμμονές των κλιματιστών περιπλέκουν και μπερδεύουν επίσης παρατηρήσεις και καταγραφές, όπως αυτές των κάτω από μείον 30 χαμηλών θερμοκρασιών εδώ και μια εβδομάδα στην βόρεια Σουηδία, όπως και οι αυξημένες χιονοπτώσεις στην Ανταρκτική! Μήπως ήρθε καιρός να δούμε το θέμα της κλιματικής αλλαγής στην πραγματική του διάσταση. Εκτός και αν με το «φταίει η κλιματική αλλαγή» αποφεύγουμε να λύνουμε πραγματικά και στην ουσία τα όποια προβλήματα έχουμε, και σπρώχνουμε τα αδιέξοδα μας στο αόριστο μέλλον.   

Σχετική αρθρογραφία





Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

Το βιβλίο στην απτή του μορφή


Κάθε φορά που προσεγγγίζουμε μία αναπτυξιακή πρόκληση, οποιαδήποτε και αν είναι αυτή, οποιαδήποτε αφετηρία και διαδρομή και αν έχει, και σε οποιοδήποτε προορισμό και αν προσβλέπει, τρεις είναι οι βασικές επιμέρους προσεγγίσεις που συνήθως  επιχειρούμε,

·       Πρώτον λοιπόν επιδιώκουμε να γνωρίσουμε καλά και αναλύσουμε τα  δεδομένα που την χαρακτηρίζουν, να διαπιστώσουμε δηλαδή την φυσιογνωμία της, και αυτό είναι κάτι που αποτελεί θεμελιακή προϋπόθεση και κεντρικό σημείο αναφοράς
·       Το δεύτερο που έρχεται στη σειρά είναι να εκτιμήσουμε το δυνητικό συγκριτικό πλεονέκτημα που διαμορφώνει, και να αξιολογήσουμε τις όποιες δυνατότητες και προοπτικές αξιοποίησης δημιουργεί, και το
·       Τρίτο είναι να προσδιορίσουμε τα επιλεγμένα βήματα που πρέπει να γίνουν στην βάση ενός αποτελεσματικού αναπτυξιακού σχεδίου ώστε να αναδειχθούν συγκεκριμένα αυτοί που θα εισπράξουν το όφελος και την πρόσθετη αξία που προκύπτουν.

Στην περίπτωση λοιπόν του βιβλίου κεντρικό σημείο αναφοράς και αφετηρία είναι η πολύ καλή γνώση για τη γεωλογική φυσιογνωμία της Χαλκιδικής. Στη βάση αυτή το βιβλίο καταγράφει, διαπραγματεύεται και αξιολογεί τις προοπτικές που δημιουργεί η Χαλκιδικιώτικη γεωλογία, παίρνοντας σαν δεδομένο  ότι αποτελεί ένα δυναμικό συγκριτικό πλεονέκτημα για την περιοχή,  για να προσεγγίσει τελικά την διάσταση της πρόσθετης αναπτυξιακής αξίας που προκύπτει με έμφαση στο γενικότερο όφελος που εισπράττει η κοινωνία.

Πως και γιατί προκρίνεται δηλαδή μια αναπτυξιακή δραστηριότητα πριν από κάποια άλλη σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή τμήμα αν θέλετε της Χαλκιδικής?  Είναι θέμα φυσικής υπεροχής ή εντάσσεται σε κάποιο σχέδιο? Ποιος είναι ο ρόλος της γεωλογίας στην επιλογή αυτή? Σύμφωνα λοιπόν με το περιεχόμενο του βιβλίου είναι φανερό ότι οι γεωλογικές συνθήκες είναι καθοριστικές σε αυτό που θεματικά προκύπτει σαν συγκριτικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα ενός γεωγραφικού χώρου. Για παράδειγμα στην βόρεια και κυρίως ΒΑ Χαλκιδική η παραγωγική αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, αποτέλεσμα της υψηλής κοιτασματολογικής αξίας του αποθεματικού δυναμικού που υπάρχει εκεί, βρίσκεται στην κορυφή της αναπτυξιακής ατζέντας της περιοχής. Και αυτό βέβαια δεν αποτελεί σημερινό γνώρισμα ή πρόσφατο εύρημα. Είναι μια διαπίστωση απόλυτα συνιφασμένη με τη διαχρονική παρουσία μιας κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας που πηγαίνει πίσω στο μακρινό ιστορικό παρελθόν. Γεωλογικός είναι επίσης ο βασικός λόγος της θερμομεταλλικής φυσιογνωμίας της Κασσάνδρας. Τα γρανιτικά πετρώματα της Σιθωνίας είναι αυτά που διαμορφώνουν το ελκυστικό παράκτιο περιβάλλον και τα οινοπαραγωγικά εδάφη. Η άγρια αρχιτεκτονική των απότομων βράχων που δημιουργούν οι γεωλογικοί σχηματισμοί στον Άθω συνδέονται απόλυτα με την δυσβατότητα στην πρόσβαση των περισσότερων μοναστηριών. Η επώθηση ή το σκαρφάλωμα πετρωμάτων που προέρχονται από τον θρυλικό ωκαιανό της Τυθήος πάνω στη Χαλκιδική δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την κοιτασματολογική παρουσία του λευκολίθου της Γερακινής και του Βάβδου. Και γενικά το πλούσιο σε ορυκτά και μέταλλα υπέδαφος της βόρειας Χαλκιδικής τεκμηριώνει και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις αρχαίες στοές και τον μεταλλευτικό θρύλο που συνοδεύει τα Μαντεμοχώρια. Και βέβαια όλα αυτά συνυπάρχωντας και συνλειτουργώντας στη βάση μιας αρμονικής σχέσης που συμβάλλει στην αναπτυξιακή βιωσιμότητα και την κοινωνική συνοχή. Πολυαναπτυξιακή σύνθεση και δημιουργία προς όφελος της τοπικής οικονομίας και των ανθρώπων της περιοχής, αντί του αναπτυξιακού αφορισμού και αποκλεισμού, με αποτέλεσμα την οικονομική απομόνωση και την κοινωνική συρρίκνωση.

Το βιβλίο δεν επιδιώκει ούτε φιλοδοξεί να μεταφέρει μεγάλα λόγια, αβάσιμες υποσχέσεις  και μεγαλοπήβολα σχέδια. Θέλει αναφερόμενο παραδειγματικά στην Χαλκιδική να δώσει με απλό και κατανοητό τρόπο, χωρίς να προσφεύγει σε επιστημονικές εκπτώσεις ή αλλοιώσεις, αυτό που τελικά ισχύει και είναι ευρύτερα αποδεκτό, ότι δηλαδή σε κάθε περίπτωση ο ορυκτός πλούτος ήταν, είναι και παραμένει αναντικατάστατος και αναντίρρητος αναπτυξιακός πυλώνας για τις περιφερειακές οικονομίες και τις τοπικές κοινωνίες. Και αυτό όχι απέναντι και σε βάρος άλλων οικονομικών δρατηριοτήτων όπως είναι ο τουρισμός, η μελισσοκομία, η αγροτική παραγωγή, αλλά και η αρχαιολογική αξία και το φυσικό περιβάλλον. Γιατί στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο με το μεταλλευτικό εισόδημα να στηρίζει σταθερά και συστηματικά όλες τις άλλες δραστηριότητες.  Και βέβαια στο κέντρο και το επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται ο άνθρωπος. 
Η αξιοπρέπεια και η αισιοδοξία που του προσφέρουν η απασχόληση και η σιγουριά του αύριο.  

Θέλει επίσης το βιβλίο να αναδείξει την δυνατότητα απασχόλησης που η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου και η παραγωγική αλυσίδα αξίας των ορυκτών πρώτων υλών προσφέρουν στους νέους γεωεπιστήμονες, που έτσι παραμένουν στη χώρα βελτιώνοντας με τον ενθουσιασμό και τις υψηλές ικανότητες που διαθέτουν την ποιότητα της μεταλλευτικής λειτουργίας. Είναι αυτοί που παίρνουν την σκυτάλη χρήσης νέων τεχνολογιών και την εφαρμογή καινοτόμων πρακτικών. Και ακόμη περισσότερο η εκπαιδευτική και η ερευνητική αξία που προκύπτει από  την δυνατότητα που δίνεται στους σπουδαστές πανεπιστημιακών κέντρων της χώρας να επισκεφτούν και να δουν από κοντά το εργασιακό περιβάλλον που τους περιμένει αύριο αλλά και να αντλήσουν και να πάρουν θεματικά αντικείμενα για νέες μελέτες και διατριβές.

Τέλος σε όλο το βιβλίο επιδιώκεται η συμφιλίωση του κάθε πολίτη με έννοιες, ορολογίες και πρακτικές που συχνά και χωρίς ιδιαίτερο λογο παρουσιάζονται απειλητικές και μεταφέρονται με τρόπο που δημιουργούν προβληματισμό και προκαλούν φοβικές αντιδράσεις. Όπως για παράδειγμα η λέξη ρήγμα που σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί συνώνυμο της καταστροφής. Ή για παράδειγμα η εξομείωση των χαρακτηριστικών καθενός κοιτάσματος αν και στην περίπτωση της Χαλκιδικής οι διαφορές τους είναι μεγάλες και ανήκουν σε γεωλογικά περιβάλλοντα που δεν έχουν κανένα κοινό σημείο αναφοράς.

Ένας από τους βασικούς στόχους το βιβλίου είναι να πλησιάσει, να προκαλέσει και να δεχθεί σχόλια και απόψεις, απεθυνόμενο σε ένα ερύτερο κοινό με την ελπίδα και την πεποίθηση ότι διαβάζοντας το θα μπορέσει να κατανοήσει καλύτερα τους περιορισμούς, τις δεσμεύσεις, τη δυναμική και αναπτυξιακά πλεονεκτήματα της γεωλογίας με τους αναγνώστες  να γίνονται έτσι αποδέκτες μιας διαφορετικού τρόπου και τύπου ενημέρωσης.     



Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2018

The X-MINE story and some background to the project


The X-Mine research project focuses on using real-time mineral X-ray analysis to make exploration and mining more efficient and sustainable.

A fundamental reason why the  X-Mine project exists and why the European Union is financing the project through the research and innovation framework program Horizon 2020, is that that the modern society and individuals use a lot more metals than a hundred years ago. You cannot destroy an element once it’s been created which means a lot of metals can be recycled, - but since the earth’s population is increasing, recycling only cannot provide enough metals to make up for the demand, and consequently,  -primary metals have to be supplied by mining.

New ore bodies are becoming harder and harder to find and they are often only to be found at large depths and often also have a low content of metal to the tone of rock.

Additional to these basic facts, the European Union consumes almost 25 percent of all mineral raw materials produced on earth, but only produce between three and five percent. This dependence on import makes our manufacturing industry very vulnerable and the only way to become more self-sufficient is to either reduce consumption or mine more metals.

To be able to extract metals the exact location and characteristics of the mineralization has to be known and described through exploration which is a tedious and expensive task since metals aren’t evenly distributed in the earth’s crust. Some countries may have plenty of zinc, lead and iron but can at the same time lack gold or cobalt.

One of the tasks in the X-Mine project is to demonstrate new methods that can make exploration more efficient. Basically, one has to understand that exploration is incredibly difficult. Roughly one in every thousand exploration permits results in a mine and therefore, if X-MINE can provide new tools increase efficiency in exploration, it is a good thing in all aspects.

Another important goal of the X-Mine project is more efficient ore extraction. More efficient extraction is important because it makes it possible to extract deposits with lower metal content.
X-MINE will demonstrate how the exploration process can change with new X-RAY based technologies. Currently exploration is an expensive and long for the exploration geologists.

First areas of interest have to be selected by studying the general geology in the exposed part of the bedrock to try to figure out what parts of it have undergone potentially ore-forming processes. This geological mapping effort helps the geologist to recognize where to collect samples and in the next step, to decide where to collect samples below cover or at greater depths, by for example, diamond drilling.

The drill cores from exploration drilling are examined and interesting sections are cut, crushed, ground and sent on to laboratories, often in Canada or Australia for analysis to find the levels of different elements in the material.

Often the results of the analysis are returned after three to four weeks and then after interpretation, it is fairly common that one conclusion is that we should have drilled another 50 meters. At that point in time, the drill rig is often since long gone, the area might have been restored and the drilling season has come to an end because of weather. Next year, we return to the area and drill another drill hole, and then we go through the whole process again, but this time we might discover that we should have drilled further to the right or to the left. Often this repetition keeps going over and over again until we understand what’s down there… X-MINE project will demonstrate that it is possible to cut down on the time spent on exploration and to increase the efficiency in the exploration phase with new technology. Just imagine how much resources can be saved by getting production started in the right spot or if you can abandon a worthless project at an earlier stage.

Once the orebody has been explored, the extraction is initiated and can be done in several different, more or less efficient ways. Imagine a deposit where the value, for example gold, occur in a set of gold-bearing quartz veins no more than a few centimeters wide, grouped in meter wide zones. What if there are no machines available that are that narrow? Large scale mining,  mechanized mining often means it’s necessary to extract the entire part of the bedrock that contains interesting metal along with large amounts of gangue on both sides. The mining cannot risk losing any of the metal, and all the excavated material(ore and barren gangue) needs to be transported to the surface, crushed and processed in a mineral processing plant and in the end of the process a few kilograms of metal is gained after mining of tons of gangue.

All the explosives, the drilling and the transportation of material costs a lot of energy and creates large voids in the bedrock at the same time as large amounts of waste is created and has to be managed.

X-MINE will demonstrate how novel X-Ray technology can make the mining operation more efficient, and thus make it economically feasible to go deeper and to extract metals even when the metal grades are lower.

The “X” in X-MINE stands for “X” as in X-Ray. The technology in the X-MINE project utilizes a phenomenon where an element hit by an X-ray beam, returns radiation with a wavelength specific to the element in question, the technology is often referred to as X-ray fluorescence (XRF), that makes it possible to identify the composition of the material being examined.

X-ray fluorescence (XRF) has long been used to analyze the surface of rocks but now, new methods have been developed that can make a rock transparent to X-rays, allowing them to penetrate all elements lighter than lead. And it is also possible to get analytical signals from elements ranging from sulphur, with atomic number 16, to bismuth, with atomic number 83. X-MINE will demonstrate technology that can see through a core sample, which is called tomography, and get analytical signals from inside the sample. With the new technology, it is possible to see where different minerals are located in a core sample and directly pinpoint veins of interesting metals and determine their metal content, without having to destroy the core sample.

The new method is also so quick, so that when applied to exploration drill core, the drill core samples can be analyzed and reported while the drilling is still in progress, revealing if you need to keep drilling or if you need to drill somewhere else instead.

In the X-MINE project the method and equipment, originally developed by project partner Orexplore, will be used to create better 3D geological models of deposits at four different mines, including Assarel Medet in Bulgaria, Lovisagruvan in Sweden, Skouriotissa in Cyprus and at Hellas Gold in Stratoni, Greece.

In parallel with the demonstration of the drill core tomography and analyzer, the X-MINE project will also bring the X-Ray technology over to use in a sorting plant where all the material extracted from a mine will be analyzed to separate rocks containing metal from gangue. Successful sorting means less rocks to crush and process and the process can focus on the material that actually contains metals rather than waste.

In total about 45 people from 15 different partners in nine different countries are involved in the X-Mine project, ranging from geologists, specialists in building thumbnail-sized sensors for the analysis device, mathematicians, and so on, to experts in 3D modelling of rock volumes of several cubic kilometers in size.

For more information, visit www.x-mine.eu or contact:
Project in general: Jouko Malinen, Project leader (jouko.malinen@vtt.fi)
3D-modelling: Ronald Arvidsson (ronald.arvidsson@sgu.se)
Scanning: Kevin Rebenius (kevin.rebenius@orexplore.se)
Sorting: Jacek Kolacz (jacek.kolacz@comex-group.com)
Information: Stefan Sädbom (stefan.sadbom@bergskraft.se