Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Oρυκτός Πλούτος πυλώνας Δημοκρατικής Ανάπτυξης

Το τρίπτυχο, (ι) Επιστημονικό/Τεxνικό Τεκμήριο, (ιι) Πολιτική/Εταιρική Διακυβέρνηση και (ιιι) Κοινωνική Σύμπραξη/Συναίνεση είναι αυτό που ορίζει και καθορίζει το δημοκρατικό πλαίσιο παραγωγικής αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου, όπως βέβαια και των περισσότερων άλλων αναπτυξιακών δραστηριοτήτων. Αποτελεί τη βάση ορθολογιστικής προσέγγισης για κάθε αναπτυξιακή διαδικασία, ειδικότερα δε όταν αυτή συνδέεται με επενδυτικές πρωτοβουλίες και δράσεις της μεταλλευτικής βιομηχανίας, και βέβαια της παραγωγικής οικονομίας γενικότερα. Αυτή η κατάθεση και εφαρμογή κοινωνικών, οικονομικών, τεχνοκρατικών αλλά και ηθικών αξιών συνθέτει, θεμελιώνει και θεσμοθετεί την Δημοκρατική Ανάπτυξη, στη βάση πάντα μιας καθαρά αντικειμενικής προσέγγισης και αντίληψης.

Η «επιστημονική και τεχνική τεκμηρίωση» προκύπτει πάντοτε με συγκεκριμένα αποδεδειγμενο και απόλυτα κατοχυρωμένο τρόπο. Βασίζεται σε αριθμούς και μεγέθη που αναφέρονται σε ποιοτικές και ποσοτικές παραμέτρους, οι οποίες με τη σειρά τους εκτιμούν και υπολογίζουν με μαθηματική ακρίβεια την κοιτασματολογική και μεταλλευτική αξία.

Η «πολιτική διακυβέρνηση» μαζί με την ζητούμενη και απαιτούμενη σήμερα εταιρική ευθύνη διαμορφώνουν τους όρους και το πλαίσιο που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και το περιφερειακό/τοπικό όφελος. Η προγραμματική σύμβαση μαζί με το επιχειρησιακό  σχέδιο, παραπέμπουν στην υπογραφεισα συμφωνία που χαρακτηρίζεται από διαφάνεια και είναι παράλληλα δεσμευτική και βιώσιμη ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές ή/και κυβερνητικές αλλαγές ή αναταράξεις. Απόλυτος, δίκαιος και αμοιβαίος δηλαδή σεβασμός όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
  Το ίδιο αφορά και στο θέμα αποδοχής της υφιστάμενης μεταλλευτικής πολιτικής. Η ύπαρξη σταθερής στρατηγικής για την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου αποτελεί βασική προϋπόθεση για επενδυτικές κινήσεις που αντέχουν σε βάθος χρόνου.

Η «κοινωνική συμμετοχή και συναίνεση» είναι θεμελιακή για ισχυρή και ολοκληρωμένη Δημοκρατική Ανάπτυξη. Ο άνθρωπος έχει  ο ίδιος του σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο  διαδραστική παρουσία και ενδιαφέρεται για τα πλεονεκτήματα και τις όποιες επιπτώσεις. Τις ευκαιρίες απασχόλησης και την πρόοδο, αλλά και την ποιότητα ζωής και το περιβάλλον. Δεν εκφράζεται με αφορισμούς, ούτε αρνείται, αλλά συνεργάζεται, ελέγχει και συμβάλλει. Σκέφτεται εθνικά και συλλογικά, και όχι μόνο τοπικά και ατομικά. Βάζει μπροστά το όραμα και το μέλλον και παραμερίζει το πολιτικά σκόπιμο και το συστημικά εφήμερο.
Η πρακτική βέβαια που ακολουθείται στη χώρα μας είναι μάλλον σε αντίθετη κατεύθυνση. Τα επιστημονικά τεκμήρια και αποδείξεις δεν λαμβάνονται ή ερμηνεύονται όπως βολεύει, και πολύ συχνά «γκρεμίζονται» με εύκολο και άσχετο τρόπο. Η πολιτική διακυβέρνηση επιλέγει να λαϊκίζει και να αλλάζει στρατηγικές και περιεχόμενα επενδυτικών συμφωνιών αποσπασματικά, χωρίς την προοπτική του επόμενου βήματος και για δυσνόητους λόγους. Οι τοπικές κοινωνίες, αντί για ειλικρινή διάλογο με μοναδικό και βασικό υπόβαθρο την διασφάλιση βιώσιμης ανάπτυξης που υπηρετεί και προσφέρει προοδευτική αξία στους πολίτες της περιοχής, λειτουργούν ανορθόδοξα και επιλεκτικά με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε κατακερματισμό και πόλωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Β.Α. Χαλκιδική όπου  τα γνωστά Μαντεμοχώρια τοποθετούνται με σαφή΄και δυναμικό τρόπο υπέρ της παραγωγικής αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της περιοχής, ενώ ο επίσημος Δήμος είναι επίμονα και φανατικά αντίθετος με την εξελισσόμενη μεταλλλευτική επένδυση. Μια περίεργη δηλαδή και συνάμα δραματική αντιπαράθεση των, «εκ των πραγμάτων», κατοίκων και εργαζόμενων στα μεταλλεία κόντρα στην αρχή της δημοτικής εξουσίας και της πλευράς των πολιτών που  την υποστηρίζουν. Λέει λοιπόν ο Δήμος να κλείσει το μεταλλείο των Μαύρων Πετρών και να γίνει τεχνικογεωλογική μελέτη για να αποφανθεί αν η «εκρηκτική» λειτουργία στα υπόγεια ευθύνεται για τις ρωγματώσεις και άλλες δομικές αστοχίες που παρατηρούνται σε σπίτια της Στρατονίκης. Κανένα πρόβλημα για τη μελέτη, επιβάλλεται να γίνει και να βγάλει τα συμπεράσματα της, με κύριους βέβαια αποδέκτες τους άμεσα ενδιαφερόμενους κατοίκους. Το γεγονός όμως της απαίτησης του κλεισίματος του μεταλλείου στερείται λογικής εξήγησης και αποτελεί μάλλον διεθνή πρωτοτυπία, αφού δεν λαμβάνει υπόψη ούτε υπολογίζει τις επακόλουθες δομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες και επιπτώσεις. Τη στιγμή μάλιστα που ότι δεν βαδίζει κάποιος στο άγνωστο και τα πράγματα βρίσκονταισε καμία περίπτωση σε μηδενική βάση, αφού παρόμοια μελέτη έχει υλοποιηθεί και στο παρελθόν. Συγκεκριμένα το ΙΓΜΕ εκπόνησε την περίοδο 2008-2009 το ερευνητικό έργο «ΓΕΩΦΥΣΙΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΟΓΕΩΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΥΔΡΟΓΕΩΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΥΡΩΝ ΠΕΤΡΩΝ – ΜΑΝΤΕΜ ΛΑΚΚΟΥ» που περιλάμβανε τεχνικογεωλογική χαρτογράφηση και γεωφυσικές διασκοπήσεις. Στην έκθεση που συντάχθηκε και υποβλήθηκε προτάθηκε «η εκτέλεση γεωτεχνικών γεωτρήσεων με παράλληλη διενέργεια σεισμοδυναμικών δοκιμών». Επίσης προτάθηκε «να ελεγχθούν τα κτίρια από ειδικούς  μηχανικούς του ΙΤΣΑΚ και να αξιολογηθούν οι καταγραφές του τοπικού δικτύου σεισμογράφων και επιταχυνσιογράφων, ώστε να εκτιμηθούν τα αίτια των αστοχιών και η στατικότητα των κτιρίων». Στην 3η έκθεση της, αμέσως μετά, η τότε ΕΠΙροπή ΤΗρησης των περιβαλλοντικών όΡΩν (ΕΠΙΤΗΡΩ) υιοθέτησε τις προτάσεις του ΙΓΜΕ και πρότεινε από την πλευρά της, «ότι περαιτέρω γεωτεχνική διερεύνηση της Στρατονίκης σε θέματα πολιτικού μηχανικού θα προσεγγίσει την σεισμολογική διάσταση και θα μελετήσει με μετρήσιμα μεγέθη τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στο δομημένο περιβάλλον συστήνοντας μέτρα για την ασφάλεια των κατασκευών» και ότι «η γεωτεχνική μελέτη με έμφαση στο δομημένο περιβάλλον της Στρατονίκης πρέπει να ολοκληρωθεί». Παράλληλα σημείωσε ότι «η απότομη διακοπή λειτουργίας των μεταλλείων θα επιφέρει ανεξέλεκτες περιβαλλοντικές επιπτώσεις στην περιοχή». Καθαρά και ξάστερα πράγματα από κάθε άποψη. Η σημερινή συζήτηση που γίνεται για το θέμα, 7 χρόνια περίπου μετά, είναι θεμιτή αλλά αποτελεί συνέχεια υφιστάμενων δεδομένων πάνω στην αξιοποίηση των οποίων οφείλει να στηριχτεί για να σχεδιάσει τις επόμενες παρεμβάσεις. Και βέβαια, όπως γίνεται αντιληπτό το περί κλεισίματος του μεταλλείου δεν έχει καμία επιστημονική βάση, στερείται λογικής σκέψης και εξυπηρετεί προφανώς άλλες σκοπιμότητες.
  
Από την άλλη πλευρά μια κατ’αναλογία και καθόλα ρεαλιστική σύγκριση είναι ότι με την ίδια λογική θα έπρεπε κανείς να σταματήσει την κατασκευή, να εμποδίσει την λειτουργία και γιατί όχι να κλείσει τα 160 μετρό που υπάρχουν σήμερα σε 148 μεγαλουπόλεις 55 χωρών στον κόσμο σε μέσο βάθος 10-12 μέτρων.  Θα είχαν μπλοκάρει  και καταρρεύσει έτσι ο κοινωνικός και οικονομικός ιστός και άλλες αναπτυξιακές υποδομές και δραστηριότητες.

Σε πλήρη αντιδιάστολη χαρακτηριστικό παράδειγμα καλής πρακτικής στο θέμα προώθησης και υλοποίησης Δημοκρατικής Ανάπτυξης θα μπορούσε να θεωρηθεί και να είναι ή Σουηδία. Μια χώρα που το επιστημονικό τεκμήριο όχι μόνο δεν αμφισβητείται αλλά προβάλλεται και αξιοποιείται. Οι επενδυτικές συμφωνίες πραγματοποιούνται παραμένοντας παντελώς αδιάφορο ποια πολιτική ή ποια κυβέρνηση τις υπέγραψε. Εταιρική ευθύνη σε υψηλό βαθμό χωρίς καμία σχέση με την όποια πολιτική πραγματικότητα. Κοινωνία και πολίτες που συμμετέχουν, συζητούν βάζουν τους δικούς τους όρους αλλά δεν αρνούνται ούτε υπονομεύουν τις δημοκρατικά λαμβανόμενες αποφάσεις. Όπου την εθνική μεταλλευτική πολιτική και στρατηγική που ψήφισε ή προηγούμενη κυβέρνηση δεν την καταργεί ή επόμενη. Συνέχεια δηλαδή και συνέπεια λειτουργίας του κράτους απέναντι στους πολίτες, το παρόν και το μέλλον της χώρας. Σήμερα στη Σουηδία λειτουργούν 14 μεταλλεία, που το 2015 παρήγαγαν 72 εκ. τον. μεταλλεύματος,  40 λατομεία βιομηχανικών ορυκτών και 50 αδρανών και δομικών λίθων. Βρίσκονται σε εξέλιξη 90 νέα επενδυτικά σχέδια και έργα παραγωγικής αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου οι άδειες των οποίων καλύπτουν και αναφέρονται σε μια επιφάνεια 10.630 τ.χλμ. Έχουν καταγραφεί 854 κοιτάσματα και 17.000 μεταλλοφορίες. Η χώρα παράγει το 92% σιδήρου, 29% ψευδαργύρου, 36% μολύβδου και 24% χρυσού στην Ευρώπη.  
Ίσως και στην Ελλάδα, αν αποφασίσουμε να στηριξουμε σοβαρά την Δημοκρατική Ανάπτυξη να κατορθωσουμε τελικά να υλοποιήσουμε μερικές επενδυτικές ευκαιρίες αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της βόρειας Ελλάδας όπως για παράδειγμα αυτές που προέκυψαν και αναδείχθηκαν στο παρελθόν, και παρουσιάζονται παραδειγματικά στο συνημμένο χάρτη.


Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Χαλκιδική 9: Με «ντάμα SPAθί» την Αγία, η Κασσάνδρα έχει θερμομεταλλικό πλεονέκτημα

Κασσάνδρα, η χερσόνησος των αντιθέσεων και σύμφωνα με την μυθολογία των ημίθεων Γιγάντων και των Γιγαντομαχιών. Με αέρα «βασίλισσας» αλλά και χαρακτηριστικά νεόπλουτης επαρχιώτισσας. Κοσμοπολίτισσα και συνάμα αριστοκρατικό κιτς. Απλό παραθεριστικό καταφύγιο και «τυχοδιωκτικός» επενδυτικός παράδεισος. Πρωτοπόρα και μοντέρνα, και ταυτόχρονα οπισθοδρομική και παλιομοδίτικη. Ψηλομύτα και μαζί σταχτοπούτα. Τουριστική και την ίδια στιγμή αρχαιολογική, γεωθερμική, αγροτική και αλιευτική.

Το καλοκαίρι με όλη τη Θεσσσαλονίκη, τα μισά Βαλκάνια και την Ρωσσία αισθητά παρούσα, γίνεται μάλλον η τρίτη πληθυσμιακά ελληνική πόλη και σίγουρα το μεγαλύτερο νησί (ελέω της διώρυγας στην Ποτίδαια) στην Ελλάδα. Κάθε χρόνο λοιπόν οδηγούνται στα άκρα και δοκιμάζονται οι υποδομές με πολλές και ποικίλες επιπτώσεις σε γη και θάλασσα, και κυρίως στο πόσιμο  νερό. Κάτι που έρχεται κάθε φορά να θυμίσει παλαιότερη και πάντα επίκαιρη πρόταση του ΙΓΜΕ για μεταφορά νερού από την πλευρά του Ολύμπου με υποθαλάσσιο αγωγό. Ένα έργο και μια καινοτόμος παρέμβαση που θα λύσει αποτελεσματικά και οριστικά την παροχή άφθονου και καλού νερού, ακόμη και στους πιο «βαρείς» καλοκαιρινούς μήνες. Ποτέ όμως το θέμα αυτό δεν μπήκε σοβαρά και υπεύθυνα στο τραπέζι των συζητήσεων. Ίσως γιατί η χρονική διάρκεια κατασκευής και διεκπεραίωσης του ξεπερνάει τα χρονικά όρια μιας κυβερνητικής θητείας ή τα στενά προγραμματικά περιθώρια μιας περιφερειακής/τοπικής εξουσίας.  Άλλωστε ο παραγωγικά ωφέλιμος «πολιτικός» χρόνος είναι η κύρια παράμετρος βάση της οποίας αποφασίζονται τα έργα στην Ελλάδα.

Κάνοντας μια περένθεση εδώ, να σημειωθεί ότι παρόμοιο παράδειγμα αποτελεί το μετρό της Θεσσαλονίκης, όπου το ΙΓΜΕ βάση γεωτρητικών στοιχείων, έλεγε ότι για να υπάρξει κατασκευαστική ασφάλεια, χαμηλό τεχνικό ρίσκο και οικονομία κόστους, το ιδανικό του βάθος θα έπρεπε να ήταν γύρω στα 12-15 μέτρα. Τελικά έγινε αυτό που έγινε, με τα γνωστά αρχαιλογικά ευρήματα και την πρόσφατη απόφαση ο σταθμός «Βενιζέλου» να γίνει βαθύτερα.

Επιστρέφοντας στη Κασσάνδρα, προκύπτει έντονα ότι η χερσόνησος είναι περισσότερο γεωλογική από την αρχική εντύπωση που κάποιος σχηματίζει. Τα λατομεία, η παρουσία και ο ρόλος της γνωστής πέτρας Αθύτου είναι εμφανής και επιβλητική σε όλα τα μήκη και πλάτη του «νησιού». Οι γεωενεργειακές αποθεματικές ενδείξεις προηγούμενων ερευνών για την παρουσία φυσικού αερίου  έχουν την δική τους σημασία και αξία. Στο νοτιότερο άκρο της έχει και η Κασσάνδρα τα δικά της υπερβασικά πετρώματα και τους δικούς της ασβεστόλιθους, που με μαζί με την ευρεία παρουσία ψαμμιτικών ιζήματων, χαρακτηρίζουν γενικά την γεωλογία της χερσονήσου.

Αυτό όμως που κάνει τη διαφορά και αποτελεί αποκλειστικά δικό της γνώρισμα είναι η διάχυτη γεωθερμικότητα και οι θερμές πηγές, τα γνωστά λουτρά Αγίας Παρασκευής. Η παρουσία ρηγμάτων σε ξηρά και θάλασσα, και η συνεχιζόμενη μαγματική/ηφαιστειακή δραστηριότητα, αποτέλεσμα της σύγκρουσης των τεκτονικών πλακών Αφρικής και Ευρασίας, δημιουργούν γεωθερμικές συνθήκες με παρουσία υψηλών θερμοκρασιών πολύ κοντά κάτω από την επιφάνεια εδάφους και βυθού. Στην περιοχή Αγίας Παρασκευής λοιπόν η εξέλιξη αυτή οδηγεί στον σχηματισμό θερμών πηγών που ελέγχονται από την διαδραστική σχέση βορειονατολικών (ΒΑ) ρήγματων με καρστικές ασυνέχειες ασβεστολίθων. Συγκεκριμένα οι πηγές, με ζεστό υφάλμυρο νερό στη θέση των λουτρών, ξεκινούν από τον γειτονικό βυθό του Βόρειου Αιγαίου και επεκτείνονται ακολουθώντας τη ΒΑ κατεύθυνση του ρήγματος μέχρι το Παλιούρι, και την ανατολική ακτή της Κασσάνδρας. Και βέβαια έχει διαπιστωθεί ότι δεν είναι απλά  θερμές αλλά θερμομεταλλικές πηγές με υδροθερμικά χαρακτηριστικά και σχετικά υψηλές περιεκτικότητες θείου και μετάλλων, όπως αρσενικού και σιδήρου. Στην περιοχή των λουτρών είναι εμφανής ο σχηματισμός οξειδίων και θείου, που κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσε να γίνεται λόγος για θειούχο μεταλλοφορία τύπου Ολυμπιάδας. Αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβαίνει και σήμερα σε βαθύτερα τμήματα του ρήγματος ή/και στην νότιο-νοτιοδυτική επέκταση του στο εσωτερικό του Βορείου Αιγαίου, όπου ενδεχόμενα επικρατούν υψηλότερες θερμοκρασίες και γενικά άλλες φυσικοχημικές συνθήκες στα υδροθερμικά διαλύματα.  Ένα υδροθερμικό σύστημα δηλαδή που ξεκίνησε εκατομμύρια χρόνια πριν και το οποίο λειτουργεί ακόμη και σήμερα. Στο γεγονός αυτό έχει την βάση της και  η τοπική μυθοπλαστική παράδοση που μιλάει για ηφάστειο στην  περιοχή, στο οποίο προφανώς οφείλει την προέλευση του και το ιστορικό όνομα της Κασσάνδρας, Φλέγρη. Έτσι λοιπόν η Κασσάνδρα δεν σφίζει μόνο από ξέφρενη διασκλεδαση και νεανική ζωή, αλλά «φλέγεται» και παραμένει το ίδιο ζωντανή και ανήσυχη τόσο γεωλογικά όσο και θερμομεταλλικά.

Υ.Γ. Με την ένατη παρέμβαση αυτή ολοκληρώνεται η αρθογραφία σχετικά με την πολυδιάστατη και πολυσήμαντη αναπτυξιακή δυναμική της Χαλκιδικής. Και τελειώνει εδώ βάση σχεδίου, κυρίως λόγω του προσωπικού κολλήματος που έχω με τον αριθμό εννιά.  Η συγκεκρινένη βαλίτσα είναι δεδομένη και  πάει μακριά πίσω στο χρόνο. Εννιά λοιπόν στη φανέλα του μπάσκετ, σε αυτή του ποδοσφαίρου, στον   αριθμό λήξης του λαχείου, σε κάθε και με κάθε ευκαιρία. Μια κατάσταση που κατέληξε να είναι έμμονη ιδέα και διαχρονικός φετιχισμός.

Η προηγούμενα λοιπόν δημοσιευμένη αρθογραφία στο θέμα είναι:

Χαλκιδική 1:  Οι ορυκτές πρώτες ύλες κοντά στον άνθρωπο και την ανάπτυξη του
Χαλκιδική 2: Από τις μεταλλοφορίες του χθες στα πλούσια κοιτάσματα του σήμερα
Χαλκιδική 3: Στην Άθυτο η «Πέτρα» κάνει τη διαφορά
Χαλκιδική 4: Γεω-τουριστική Σιθωνία – όπου και και να πας συναντάς το Γρανίτη
Χαλκιδική 5: Μεταλλοφόρες «Σκουριές» στην επιφάνεια, χαλκός σαν χρυσός στο βάθος
Χαλκιδική 6: Ρήγμα Στρατωνίου-Βαρβάρας πλουτίζει τη γη και παράγει δημιουργία
Χαλκιδική 7: Λευκόλιθος- από τη Γερακινή και το Βάβδο πολίτης του κόσμου
Χαλκιδική 8: Άγιο Όρος και Ιερισσός στο «ρυθμό» της Αθωνικής (αρχι) τεκτονικής γεωλογίας

http://greenminerals.blogspot.se/













Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Χαλκιδική 8: Άγιο Όρος και Ιερισσός στο «ρυθμό» της Αθωνικής (αρχι) τεκτονικής γεωλογίας

Στην περιοχή Γοματίου κυριαρχούν υπερβασικά πετρώματα (με επιμέρους ονόματα, όπως σερπεντινιωμένοι περιδοτίτες ή/και δουνίτες, και άλλα που χαρακτηρίζουν τις λεγόμενες οφιολικές σειρές του ωκεάνιου φλοιού), προερχόμενα από τον ωκεάνιο φλοιό της Τηθύος θάλασσας (http://greenminerals.blogspot.se/2016/05/4.html), που λόγω αλλεπάλληλων τεκτονικών κινήσεων τμήματα της βρίσκονται σήμερα «σκαρφαλωμένα» πάνω σε παλαιότερα, μεγαλύτερης ηλικίας πετρώματα ηπειρωτικής προέλευσης. Συγκεκριμένα πρόκειται για τα πετρώματα που δομούν σήμερα τις γνωστές γεωλογικές ζώνες Σερβομακεδονικής και Ροδόπης. Πηγαίνοντας γεωγραφικά προς την Ιερισσό είναι φανερή και επιβλητική η παρουσία νεώτερων σε ηλικία γρανιτικών διεισδύσεων που δίνουν σκληρή, όπως φαίνεται γεωλογική μάχη με τα υπερβασικά κυρίως πετρώματα έναντι των οποίων τελικά επικρατούν. Πρόκειται στην περίπτωση αυτή για τον γρανίτη Ιερισσού που είναι συνομίληκος και ίδιος από κάθε άποψη, με αυτόν της Σιθωνίας. Χαρακτηριστικές επιφάνειες και ζώνες αποσάρθρωσης που οδηγούν σε αμμώδεις ακτές και εντυπωσιακά φυσικά λαξευμένα γλυπτά σκαλισμένα πάνω στο  γρανίτη.
Κάπου εκεί λοιπόν στο βύθισμα που δημιουργεί η «αδύνατη» τεκτονική επαφή του γρανίτη με προγενέστερα  υπερβασικά/οφιολιθικά πετρώματα, ο Ξέρξης σε ρόλο γεωλόγου βρήκε κατάλληλο πέρασμα και ασφαλή δίιοδο για να περάσει το στόλο του αποφεύγοντας τους κινδύνους της ανοικτής θάλασσας.
Και στο Άγιο Όρος, λες και έτσι ήταν γραμμένο να γίνει, βρίσκεται μαζί, συμπυκνωμένη και αντιπροσωπευτική, η γεωλογία όλης της Χαλκιδικής, αλλά και άλλων περιοχών που βλέπουν βόρεια. Μάρμαρα που θυμίζουν τη μεταλλευτική Ολυμπιάδα και τη λατομική Ροδόπη. Υπερβασικά πετρώματα που σε πάνε στους λευκόλιθους του Βάβδου και της Γερακινής, αλλά και στους χρωμίτες του Γοματίου. Παλιά κρισταλλοσχιστώδη πετρώματα που δηλώνουν Βερτίσκο, και επιβάλλονται στα μαντεμοχώρια* Μεγάλης Παναγιάς και Παλαιοχωρίου, αλλά και τις κοιτασματολογικές Σκουριές, σε συνδυασμό με την παρουσία διάσπαρτων πορφυρικών σωμάτων. Πρασινοσχιστόλιθοι που εμφανίζονται απέναντι, στο υπέδαφος και  φτιάχνουν τις  σκεπές σπιτιών της Σιθωνίας, και ταξιδεύουν ακόμη μέχρι το Χορτιάτη.  Μεσήλικες και πιο νέοι γρανίτες που ξαναβγαίνουν στην Αρναία, την Ιερισσό και αλλόυ. Στο Άγιο Όρος όλα αυτά βρίσκονται σε όρθια θέση, ανασηκωμένα από τις διαχρονικές τεκτονικές κινήσεις, με αποτέλεσμα να υψώνονται υπεροπτικά πάνω από τη θάλασσα και τις απότομες ακτές της. Προκαλούν έτσι, δέος και σεβασμό όπως αρμόζει και ταιριάζει στο θρησκευτικό χαρακτήρα και την ιερότητα της γης, την οποία τελικά έχουν το φυσικό προνόμιο να δομούν και να θεμελιώνουν.

*Τα 12 Μαντεμοχώρια είναι ο Βάβδος, η  Γαλάτιστα, ο Καζαντζή Μαχαλάς (σημερινά Στάγειρα), ο
Στανός, η Βαρβάρα, η Λιαρίγκοβη (σημερινή Αρναία), το Νοβοσέλο (σημερινό Νεοχώρι), ο Ίσβορος (σημερινή Στρατονίκη), η Χωρούδα, τα Ρεβενίκια (σημερινή Μεγάλη Παναγιά) και η Ιερισσός.  










Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Χαλκιδική 7: Λευκόλιθος- από τη Γερακινή και το Βάβδο πολίτης του κόσμου.

Ο μαγνησίτης, ανθρακικό ορυκτό του μαγνησίου, γνωστός πιο πολύ με το όνομα  λευκλιθος (λόγω του χρώματος του), είναι ο βασικότερος λόγος που η Χαλκιδική είναι τουλάχιστον το ίδιο μεταλλευτική όπως και τουριστική. Εδώ και δεκαετίες τα κοιτάσματα στο Βάβδο* και τη Γερακινή αποτελούν κυρίαρχες πηγές εξόρυξης πρώτης ύλης λευκολίθου. Μετά την προ εικοσαετίας (γύρω στο 1997) ολοκλήρωση και τερματισμό της παραγωγικής λειτουργίας στο Βαβδο, κατά μια άποψη λόγω εξάντλησης  του απόθεματικού δυναμικού, η Γερακινή είναι και παραμένει το σημαντικότερο κοιτάσμα μαγνησίτη στη Χαλκιδική και στη χώρα, με τα βεβαια, πιθανά και δυνατα αποθέματα να ξεπερνούν τα 40 εκ. τόνους. Από την επιφανειακή εκμετάλλευσή του παράγονται διάφορα εμπορεύσιμα προϊόντα, όπως είναι ο ωμός μαγνησίτης (όπως δηλαδή εξορρύσεται), η καυστική και δίπυρη μαγνησία, καθώς και πυρίμαχες μάζες ή και πυρίμαχα. Όλα τα προϊόντα που συνεχίζουν να παράγονται στη Γερακινη εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να συγκαταλέγονται μεταξύ των ποιοτικότερων στην Ευρώπη και τον κόσμο. Συγκεκριμένα οι εξαγωγές τους κινούνται στο 90% και είναι η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών της   Ε.Ε. Τη μεγαλύτερη κατανάλωση διεθνώς συγκεντρώνει η δίπυρος μαγνησία.

Στο τόμέα των χρήεσεων ο ωμός μαγνησίτης χρησιμοποιείται σαν πρώτη ύλη στη βιομηχανία κεραμικών και μεταλλουργία. Από τα προϊόντα κατεργασίας του η καυστική μαγνησία έχει χρήσεις στις ζωοτροφές, τα λιπάσματα και βιομηχανικά δάπεδα, ενώ η δίπυρος μαγνησία στα πυρίμαχα τούβλα και μάζες, αλλά και σε μονωτικά καλωδίων. Τα λεγόμενα βασικά μονολιθικά πυρίμαχα χρησιμοποιούνται στη χαλυβουργλία και τη τσιμεντοβιομηχανία.

Η δυναμική της ετήσιας παραγωγής από τη Γερακινή είναι της τάξεως των 400-450.000 τόνων λευκολίθου και 180-200.000 τόνων τελικών προϊόντων (καυστική & δίπυρη μαγνησία, πυρίμαχες μάζες). Για το 2014 η παραγωγή ανήλθε στους 270 χιλ. τον. ωμού λευκόλιθου, 26 χιλ. τον. περίπου δίπυρης μαγνησίας, 61 χιλ. τον.  καυστικής μαγνησίας καθώς και 41 χιλ. τον. βασικών μονολιθικών πυριμάχων μαζών. Η συνολική παραγωγική δυναμικότητα για την καυστική και δίπυρη μαγνησία είναι περίπου 200 χιλ. τον. καθώς και 50 χιλ. τον. πυρίμαχων μαζών το χρόνο.  
Το μεταλλευτικό κέντρο Γερακινής ανήκει στην εταιρεία  ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΛΕΥΚΟΛΙΘΟΙ που κατατάσσεται μεταξύ των κορυφαίων  παραγωγών μαγνησίτη στον κόσμο, ειδικότερα σε ότι αφορά στη καυστική μαγνησία, με προσωπικό στην Ελλάδα άνω των 367 ατόμων. Τα προϊόντα εξάγονται κυρίως στις χώρες της Ευρώπης, αλλά και στις Αμερική, Ασία, Ωκεανία και Αφρική.
Στις καινοτόμες ερευνητικές και παραγωγικές πρωτοβουλίες και εφαρμογές ανήκουν η αξιοποίηση παλαιότερων αποθεμάτων, η επαναχρησιμοποίηση παραπροϊόντων και τα παραδειγματικά έργα αποκατάστασης μετά την ολοκλήρωση της εκμετάλλευσης.

Από γεωλογικής πλευράς τα κοιτάσματα του Ελληνικού χώρου φιλοξενούνται σε υπερβασικά πετρώματα, δουνιτικής, χαρζβουργιτικής, περιδοτιτικής σύστασης, και αποτελούν τμήματα οφιολιθικών συμπλεγμάτων του ωκεάνιου φλοιού της Τηθύος θάλασσας. Συχνά τα πετρώματα είναι σερπεντινιωμένα, γεγονός που σημαίνει ότι πρωτογενή μαγνησιοπυριτικά ορυκτά, όπως είναι ο ολιβίνης και  ορισμένοι πυρόξενοι, μετατρέπονται λόγω ενυδάτωσης τους σε ορυκτά της ομάδας σερπεντίνη. Οι κοιτασματολογικές συγκεντρώσεις μαγνησίτη ελέγχονται από ρηξιγενείς δομές, στους κενούς χώρους των οποίων σχηματίζονται πλέγματα φλεβών ή μεμονωμένες φλέβες σε βάθη μέχρι και 300 μέτρα. Το αρχικά εξορυσσόμενο  μετάλλευμα εμπλουτίζεται με διάφορες μεθόδους βάση των οποίων ο λευκόλιθος διαχωρίζεται από το στείρο πλευρικό πέτρωμα ξενιστή.

Ανεκμετάλλευτη παραμένει προς το παρόν η αξιοποίηση του ολιβίνη στο μεταλλείο του Βάβδου, όπου το ΙΓΜΕ έχει εντοπίσει δυναμικά αποθέματα με σημαντική προοπτική εκμετάλλευσης. Ο ολιβίνης είναι κύριο συστατικό δουνιτικών πετρωμάτων και αποτελεί  βιομηχανικό ορυκτό που χρησιμοποιείται σαν πυρίμαχο υλικό  λόγω της υψηλής του ανθεκτικότητας στην θερμότητα. Ευρείες χρήσεις του ολιβίνη είναι αυτές των άμμων χυτηρίου και αμμοβολών, καθώς και αυτές στην βιομηχανία παραγωγής πυρίμαχων υλικών καθώς και άμορφων πυρίμαχων μαζών. Επίσης χρησιμοποιείται στη μεταλλουργική βιομηχανία, την τσιμεντοβιομηχανία και την βιομηχανία γυαλιού
Περισσότερες πληροφορίες στις παρακάτω διασυνδέσεις,

Αναφορικά για το τρόπο γενεσης και σχηματισμού υπάρχουν στο.

Σχετικά με τον ολιβίνη στο,
http//www.orykta.gr/oryktes-protes-yles-tis-ellados/latomika-orykta/biomihanika-orykta/60-olivinis

Ο Βάβδος ήταν ένα από τα 12 Μαντεμοχώρια στα οποία επίσης συμπεριλάμβανονταν η Γαλάτιστα,
ο Καζαντζή Μαχαλάς (σημερινά Στάγειρα), ο Στανός, η Βαρβάρα, η Λιαρίγκοβη (σημερινή Αρναία),
το Νοβοσέλο (σημερινό Νεοχώρι), ο Ίσβορος (σημερινή Στρατονίκη), η Χωρούδα, τα Ρεβενίκια
(σημερινή Μεγάλη Παναγία) και η Ιερισσός. Οι κάτοικοί των Μαντεμοχωρίων ήταν μεταλλωρύχοι
και πολύ καλοί μεταλλουργοί, με κύρια παραγωγή μόλυβδο και άργυρο, και λιμάνι φόρτωσης το
Στρατώνι.












Παρασκευή, 20 Μαΐου 2016

Χαλκιδική 6: Ρήγμα Στρατωνίου-Βαρβάρας πλουτίζει τη γη και παράγει δημιουργία

Το ρήγμα Στρατωνιου-Βαρβαρας έχει κυρίαρχο γεωλογικό και μεταλλογενετικό ρόλο, αλλά αποτελεί κυρίως δημιουργικό σημείο αναφοράς με κοινωνική διάσταση και συμβολή στην ανάπτυξη. Με λίγο «φάλτσο» ανατολικό-δυτικό προσανατολοσμό ή το ανάποδο, φέρνει σε ασύμφωνη επαφή δύο γεωλογικούς σχηματισμούς με διαφορετική πετρογενετική προέλευση, ανόμοια  λιθοστρωματογραφικά χαρακτηριστικά και αλλοιώτικη γεωχημική σύσταση. Βόρεια του ρήγματος, στην ανώτερη/υψηλότερη πλευρά του, βρίσκεται ο σχηματισμός Κερδυλλίων που αποτελείται από βιοτιτικούς και πλαγιοκλαστικούς-μικροκλινικούς γνευσίους με ενστρώσεις οριζόντων μαρμάρου. Ο σχηματισμός Κερδυλλίων θεωρείται τμήμα του ηπειρωτικού φλοιού της λεγόμενης Ροδοπικής μάζας. Νότια του ρήγματος, στη κατώτερη/χαμηλότερη πλευρά του, βρίσκεται ο σχηματισμός του Βερτίσκου  που αποτελείται κυρίως από αμφιβολίτες, αμφιβολιτικούς γνευσιοσχιστόλιθους και υπερβασικά πετρώματα. Ο σχηματισμός Βερτίσκου περιλαμβάνει στη πλειοψηφία του τμήματα του ωκεάνιου φλοιού της Τηθύος θάλασσας. Η γεωλογική αυτή δυσαρμονία, μαζί με την παρουσία των ρηγμάτων, των μαρμάρινων στρωμάτων, του νεώτερης ηλικίας γρανοδιορίτη Στρατωνίου και λαμπροφυρικών φλεβών, δημιούργησε από την άλλη πλευρά  το μεταλλογενετικό πλεονέκτημα της περιοχής με αποτέλεσμα τα πλούσια κοιτάσματα και το μεγάλο μεταλλευτικό δυναμικό της περιοχής. Τα μέταλλοφορα διαλύματα  χρησιμοποιούν τον ανοιχτό χώρο που τους προσφέρουν το ρήγμα Στρατωνίου-Βαρβάρας και άλλες ρηξιγενείς ζώνες/δομές, όπου κυκλοφορούν, μεταφέρουν, μοιράζουν και αποθέτουν μέταλλα με τη μορφή θειούχων ορυκτών, κυρίως, σιδήρου, μολύβδου και ψευδαργύρου. Η διαδικασία μεταλλόγενεσης εξελίσσεται από την επιφάνεια μέχρι τα βαθύτερα τμήματα του ρήγματος και διαφοροποιείται σε όλο του το μήκος που ξεπερνάει τα 10  χλμ. 

Οι Μαύρες Πέτρες που συχνά εμφανίζονται στην επιφάνεια του ρήγματος είναι αποτέλεσμα υπεργενετικων διεργασιών που έχουν σαν αποτέλεσμα την οξείδωση του αρχικά αποτιθέμενου θειούχου μεταλλεύματος.  Συγκεκριμένα τα περιεχόμενα θειούχα ορυκτά σιδήρου (σιδηροπυρίτης), μολύβδου (γαληνίτης), ψευδαργύρου(σφαλερίτης), αρσενικού(αρσενοπυρίτης), μαγγανίου (αλαβανδίτης) και ανθρακικού μαγγανίου (ροδοχρωσίτης) σχηματίζουν χημικές ενώσεις οξειδίων (υδρο-) σιδήρου και μαγγανίου, με αυξημένες πάντα συγκεντρώσεις βασικών και πολύτιμων μετάλλων. Οι υπεργενετικές αυτές μαύρες αυτές πέτρες συνδέονται στο βάθος, σχεδόν πάντοτε, με πλούσια, συχνά χρυσοφόρα θειούχα κοιτάσματα όπως συμβαίνει και στο ομώνυμο ενεργό μεταλλείο κάτω από τη Στρατονίκη, στην πολυμεταλλική Ολυμπιάδα, αλλά και στη δυναμική Πιάβιτσα, που επίσης ελέγχεται μεταλλογενετικά από το ρήγμα Στρατωνίου-Βαρβάρας. Μέσα από την φυσική διεργασία της υπεργενέσης επιτυγχάνεται και απόλυτη αδρανοποίηση και εξουδετέρωση της θειούχου μεταλλοφορίας, αφού τα οξείδια που παράγονται είναι αδρανείς ενώσεις σε σύγκριση με τις αρχικές θειούχες χημικές ενώσεις που παρουσιάζουν δυναμικότερη αποπλυντική συμπεριφορά και πιο κινητική έκπλυση και διάχυση των περιεχόμενων μετάλλων.   
       
Η  δυναμική τεκτονική λειτουργία του ρήγματος είχε σαν αποτέλεσμα την παραμόρφωση και αλλοίωση παλαιότερων πετρωμάτων της περιοχής, και το σχηματισμό καινούριων που μαζί τους έφεραν πληθώρα ορυκτών και μετάλλων. Για το λόγο αυτό προέκυψε πολύ γρήγορα οικονομικό ενδιαφέρον σε συνδυασμό με τις δυνατότητες αξιοποίησης τους σαν πρώτες ύλες. Η αξία και η ευρεία χρήση τους δημιούργησε κοντά και γύρω από το ρήγμα μικρότερες ή/και μεγαλύτερες κοινωνίες ανθρώπων. Πάνω και κατά μήκος και σε όλη την έκταση του ρήγματος. Στρατώνι, Στρατονίκη, Στάγειρα, Νεοχώρι, Παλαιοχώρι, Βάρβαρα, όλα τους χωριά που συνδεόμενα με το μεταλλοφόρο ρήγμα, έφτιαξαν μεταλλεία, δούλεψαν και δουλεύουν εκεί, και δεν αρνήθηκαν ποτέ να αποκαλούνται ξεχωριστά και όλα μαζί, Μαντεμοχώρια. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που εκμεταλλεύονται την παρουσία του ρήγματος κινδυνολογικά και καταστροφολογικά για να εμποδίσουν την αξιοποίηση των ελληνικών κοιτασμάτων, να αποτρέψουν τη μεταλλευτική δραστηριότητα και να κλείσουν τα μεταλλεία. Να ανατρέψουν και να αντιστρέψουν δηλαδή τη διαχρονική και ιστορική σχέση που συνδέει αρμονικά ανθρώπους, γεωλογία και ορυκτό πλούτο. Ξεχνούν βέβαια και δεν λαμβάνουν υπόψη τους ότι είναι αυτό το ρήγμα που δημιούργησε τα μέταλλα, έφερε κοντά του τους ανθρώπους και τους έδωσε ζωή και ελπίδα. Για το λόγο αυτό πήγαν να ζήσουν δίπλα του, να φτιάξουν τα σπίτια τους στην «αγκαλιά» του, αλλά και να τρέξουν να το κάνουν φίλο και συνοδοιπόρο τους, αντί για αντίπαλο και εχθρό τους. Είναι για τον ίδιο λόγο που οι άνθρωποι ζουν και προοδεύουν στην ηφαιστειακή Ισλανδία, στη σεισμική Ιαπωνία, δίπλα στην εκρηκτική Αίτνα και πάνω στο ανήσυχο ρήγμα του Αγίου Ανδρέα.

(http: // greenminerals.blogspot.se/2016_05_05_archive.html)

Επόμενη αρθογραφική παρέμβαση

Χαλκιδική 7: Λευκόλιθος- από τη Γερακινή και το Βάβδο πολίτης του κόσμου














  

Σάββατο, 14 Μαΐου 2016

Χαλκιδική 4: Γεω-τουριστική Σιθωνία – όπου και και να πας συναντάς το Γρανίτη

Οι γρανίτες δημιουργούνται και σχηματίζονται στο γεωτεκτονικό περιβάλλον σύγκλισης και σύγκρουσης λιθοσφαιρικών πλακών. Συγκεκριμένα εντοπίζονται στην πλευρά της πλάκας που «δέχεται» την σύγκρουση και όχι στη βυθιζόμενη. Εκεί διαμορφώνονται ευνοϊκότερες από κάθε άποψη συνθήκες, κυρίως σε σχέση με την παρουσία ρηξιγενών ζωνών που διευκολύνουν την ανοδική μεταφορά λιωμένης μάζας της πλάκας που βυθίζεται, σε βάθη με θερμοκρασίες τήξης. Στην Ελλάδα εδώ και περίπου 50 εκ. χρόνια, αμέσως μετά το κλείσιμο του ωκεανού της Τυθήος, που υπήρχε στην περιοχή για περισσότερα από 150 εκ. χρόνια, λειτουργεί το γεωτεκτονικό καθεστώς σύγκλισης και βύθισης της αφρικανικής λιθοσφαιρικής πλάκας κάτω από την ευρασιατική.  Στη ζώνη επαφής και σύγκλισης των δύο πλακών, που τοθετείται νότια της Κρήτης, η πρώτη βυθίζεται με ταχύτητα περίπου 4,5 εκατοστών το χρόνο. Η Β. Ελλάδα λοιπόν είναι τμήμα της ευρασιατικής πλάκας όπου, όπως αναφέρεται παραπάνω, είναι γεωλογικά απόλυτα αναμενόμενος και φυσιολογικός ο σχηματισμός  ηφαιστειακών και γρανιτικών πετρωμάτων με διαχρονική παρουσία εδώ και περίπου 50 εκ. χρόνια. Στην πρώτη ομάδα γρανιτών, με ηλικία μεγαλύτερη των 40 εκ. χρόνων, ανήκει και ο γρανίτης Σιθωνίας, όπως και αυτός της Ιερισσού.

Η γεωλογία χαρακτηρίζει και αναδυκνύει σε μεγάλο βαθμό την μορφολογία, το υπόβαθρο και γενικά τη φυσιογνωμία ενός τόπου. Στη Σιθωνία η σχέση αυτή είναι περισσότερο από εμφανής. Ο γρανίτης και η γεωλογική  παρέα του βρίσκονται παντού. Στην αρχή, στο κέντρο, στα πλάγια και στις άκρες της χερσονήσου. Φτιάχνει βουνά, ομαλές πλαγιές, βραχονησίδες και αμμουδιές. Χτίζει σπίτια, στρώνει δρόμους, και τεχνοτροπεί δημιουργώντας γλυπτά καλλιτεχνήματα. Και όλα μέσα από μια άναρχη και συχνά βίαιη γρανιτένια σχέση με τη θάλασσα, την βιοποικιλότητα και τον άνθρωπο. Με τις διάσημες και δημοφιλείς ακτές, το γνωστό διεθνώς κρασί και τα χωριά της. Είναι στη Σιθωνία που μάλλον ταιριάζει στο καθομιλούμενο, «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου». Και όλα αυτά λόγω της γεωλογίας. Γιατί η Σιθωνία είναι ο γρανίτης της και χωρίς αυτόν δεν θα ήταν ποτέ η ίδια. Και βέβαια αν και δυναμικός και γεωλογικά πάντα απαιτητικός και διεκδικητικός, ο γρανίτης έδωσε σκληρή μάχη με τα παλαιότερα πιο «γέρικα» και κάπως ταλαιπωρημένα πετρώματα, πήρε τον χώρο και τον όγκο που χρειαζότανε και τελικά επικράτησε με κυριαρχικό τρόπο. Μια επισοδειακή αντιπαράθεση που ξεκίνησε με όχι και τόσο φιλκές διαθέσεις και προθέσεις, αλλά που στη συνέχεια έγινε αρμονικότερη φαίρνοντας το γρανίτη σε διακριτική επαφή με σχηματισμούς και πετρώματα που τα περισσότερα αποτελούν διαρρηγμένα, κατακερματισμένα και τεκνονικά επωθημένα τμήματα ωκεάνιου φλοιού της Τυθήος.

Ο γρανίτης λοιπόν, πιο «νέος» και  δυνατός, αλλά και πιο συνεκτικός και διεισδυτικός, λόγω της γεωλογικής του προέλευσης, σπρώχνει συχνά για να περάσει με την έπαρση ενός ιμπεριαλιστή κατακτητή. Γιατί ο γρανίτης όταν πάρει φόρα παίρνει και παρασέρνει ότι βρει μπροστά του και στο δρόμο του. Δεν τον σταματά τίποτα. Με άλλα λόγια επιβάλλει και επιβάλλεται. Στην περίπτωση της Σιθωνίας αυτό βγήκε βέβαια σε καλό γιατί είναι αυτός που κάνει τα πράγματα διαφορετικά και τελικά προσθέτει την τουριστική αξία που έχει η περιοχή.  Γιατί  λόγω αυτής της συμπεριφοράς του, αναπτύσσονται και εμφανίζονται εντυπωσιακές δομές και κάθε είδους λιθολογικές επαφές που χαρακτηρίζουν και ανάγονται στη γεωλιογική ιστορία και εξέλιξη της περιοχής. Με τα πετρώματα αυτά στο υπέδαφος της, αλλά και τον γρανιτογενή εδαφολογικό της πλούτο η Σιθωνία ξεχωρίζει τόσο για τις ιδιαίτερες φυσικές ομορφιές που χαρίζει ο γρανίτης, όσο για παράδειγμα και τους αμπελώνες της, καθώς και τα πέρίφημα κρασιά που αυτοί παράγουν.

Λίγοι είναι οι έλληνες, αλλά και πολλοί ξένοι, που δεν γνωρίζουν τις Καβουρότρυπες, τη Τορώνη και το κάστρο της, το Μαρμαρά, τον Αρμενιστή, τον παραδοσιακό Παρθενώνα. Το Πόρτο Καρράς και τα γειτονικά κρασιά.

Και βέβαια ακόμη και κοιτασματολογικά ο γρανίτης Σιθωνίας είναι ένας απο τους καλύτερους διακοσμητικούς γρανίτες στην Ελλάδα, και φιλοξενεί στο εσωτερικό του πετρώματα με βιομηχανικά ενδιαφέροντες αστρίους.