Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2010

Νέο θεσμικό πλαίσιο για την βιώσιμη ανάπτυξη των ευρωπαϊκών ΟΠΥ


Εχοντας εξασφαλίσει όρους βιώσιμης λειτουργίας της μεταλλευτικής βιομηχανίας η Ε.Ε. με την νέα ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για τις Πρώτες Ύλες  (COM2008/699: Raw materials Initiative - http://ec.europa.eu/ enterprise επαναφέρει στο επίκεντρο του αναπτυξιακού ενδιαφέροντος την αξιοποίηση τους προς όφελος της απασχόλησης και της ποιότητας ζωής των πολιτών. Βασικό ζητούμενο είναι η εκμετάλλευση ευρωπαϊκών κοιτασμάτων και η τόνωση της περιφερειακής οικονομίας. Οι Ορυκτές Πρώτες Ύλες (ΟΠΥ) βρίσκονται σε διαρκώς ανερχόμενη τροχιά στην ατζέντα των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων και επιλογών της Ε.Ε. Οι εξελίξεις αυτές είναι πλέον ορατές σε όλα τα επίπεδα διοικητικών και πολιτικών αποφάσεων. Από τις θεματικές Διευθύνσεις Περιβάλλοντος, Έρευνας, Επιχειρηματικότητας, μέχρι την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Συμβούλιο είναι κοινά αποδεκτό ότι είναι καιρός για την Ευρώπη να στηρίξει την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στις δικές της πηγές ορυκτών. Στην βάση των εξελίξεων αυτών βρίσκεται η συναίνεση και αποδοχή της πλειοψηφίας των ευρωπαίων πολιτών για την βιώσιμη σχέση της μεταλλευτικής βιομηχανίας με το περιβάλλον και την κοινωνική προόδο, αλλά και οι διαπιστώσεις που αφορούν στο γεγονός ότι,
  •    η ευρωπαϊκή εξορυκτική βιομηχανία μη ενεργειακών ορυκτών των 25 κατέγραψε το 2004 προϋπολογισμό περίπου 40 δισ.εκ. ευρώ και απασχολούσε άμεσα 270.000 εργαζόμενους στο σύνολο 16.629 επιχειρήσεων, ενώ η έμμεση απασχόληση υπολογίσθηκε 4 φορές μεγαλύτερη,
  •   τα προηγούμενα μεγέθη σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ζήτηση και βιομηχανική χρήση (από τις ΟΠΥ εξαρτώνται άμεσα σημαντικοί βιομηχανικοί τομείς της Ευρώπης συνολικής οικονομικής αξίας 1.324 δις. ευρώ και συνολικού αριθμού 30 εκ. εργαζομένων) των ορυκτών σε «καθημερινά» προϊόντα και καταναλωτικές ανάγκες για τους πολίτες καθιστούν τις ΟΠΥ εξαιρετικά σημαντικές και απαραίτητες στην βιωσιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης και της ποιότητας ζωής,
  •  η ευρωπαϊκή ζήτηση ξεπερνά την αντίστοιχη παραγωγή, με την Ε.Ε. να είναι προς το παρόν εξαρτημένη από εισαγωγές ορυκτών  με το ετήσιο αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο για το 2007 να ανέρχεται σε 11,25 δις. ευρώ. Αυτό αναφέρεται κατά 88,8% (10 δις.ευρώ) στα μεταλλικά ορυκτά, ενώ για τα βιομηχανικά ορυκτά το αντίστοιχο έλλειμα είναι αναλογικά 7,1% (798 εκ.ευρώ) και για τα «κατασκευαστικά» υλικά 4,1% (456 εκ. ευρώ). Στα περισσότερα στρατηγικά μέταλλα υπάρχει πλήρης εξάρτηση, ενώ η «παγκόσμια» καταναλωτική και παραγωγική εμπλοκή της Κίνας και της Ινδίας δεν κάνουν τα πράγματα καλύτερα,
  • η μεταλλευτική βιομηχανία με την επαναξιοποίηση  και την διαχειριστική βελτίωση των αποβλήτων που παράγει και την ανακύκλωση των σχετικών δευτερογενών πηγών που διαθέτει, αποτρέπει ολοένα και περισσότερο τις επιπτώσεις στο περιβάλλον,
  • στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής πολυεπίπεδων διοικητικών, κοινωνικο-οικονομικών, περιβαλλοντικών και εμπορικών ρυθμίσων η Ε.Ε. αναπροσανατολίζει τις σχέσεις της με την παγκόσμια αγορά με έμφαση και βασική επιλογή τις αφρικανικές ΟΠΥ, και, 
  • την προώθηση, όπως προαναφέρθηκε, δυναμικής αξιοποίησης και εκμετάλλευσης των Ευρωπαϊκών ΟΠΥ. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες π.χ. Σουηδία, Φινλανδία, επενδύουν ήδη στην βιώσιμη ανάπτυξη και διαχείριση νέων κοιτασμάτων μη ενεργειακών μεταλλικών ορυκτών, επιλέγοντας έτσι να αυξήσουν την μεταλλευτική τους παραγωγή, κάτι που μπορεί να αποτελέσει και ελληνική επιλογή.