Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Μεταλλευτική ανάπτυξη με ελληνική διαπίστευση

Στην ουσία, το επίκαιρο στις μέρες μας θέμα της μεταλλευτικής επένδυσης στη Χαλκιδική δεν έχει τον προβληματικό χαρακτήρα που γενικά παρουσιάζεται. Δεν πρόκειται δηλαδή απλά για μια ιδεατή αντιπαράθεση μεταξύ κάποιων κυβερνητικών στελεχών που μάχονται για το δημόσιο συμφέρον, και μιας πολυεθνικής επιχείρησης που νοιάζεται αποκλειστικά για το κέρδος. Στην πραγματικότητα αφορά σε κάτι μεγαλύτερο και σημαντικότερο. Κάτι που αναφέρεται στην αναμέτρηση μεταξύ αναπτυξιακής προοπτικής, και της δυναμικής που αυτή συνεπάγεται (απασχόληση, θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία, πολλαπλά οικονομικά και άλλα ωφέλη), και της αναπτυξιακής ακαμψίας και στασιμότητας. Να δεχτεί λοιπόν κανείς ότι η Ελλάδα, όπως κάθε άλλη «νοικοκυρεμένη» χώρα, έχει τη δική της στρατηγική και σχέδιο αναπτυξιακής προόδου, ένας από τους πυλώνες της οποίας είναι και η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου. Η πολιτική διοίκηση, δηλαδή η κυβέρνηση, όπως πολύ σωστά έχει εξαγγείλει, δρομολογεί την προσέλκυση επενδυτών, προφανώς από το εξωτερικό, που θα ενδιαφέρονταν να μετατρέψουν εκμεταλλεύσιμες ορυκτές πρώτες ύλες σε παραγωγικά εισοδήματα, φορολογικές εισπράξεις και εταιρικό κέρδος. Αυτό δηλαδή που με μια λέξη αποκαλούμε ΑΝΑΠΤΥΞΗ, που έχει σαν βασικό κινητήριο μοχλό την παραγωγική οικονομία. Είναι δε σίγουρο ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές θα προέρχονται από τον ιδιωτικό χώρο και θα στοχεύουν στο κέρδος, είτε μέσα από την πραγματική οικονομία, είτε με διάφορα χρηματιστηριακά τερτίπια. Κάτι δηλαδή απόλυτα συμβατό με το οικονομικό περιβάλλον που κινείται σήμερα η χώρα, και την αγορά στην οποία απευθύνεται. Κανένα λοιπόν πρόβλημα εδώ. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν το κράτος αδυνατεί να αναλάβει και να παίξει τον επιτελικό και συντονιστικό ρόλο που του αναλογεί, και «αντ’αυτού» επιλέγει να συμπεριφέρεται με επιφυλακτικότητα απέναντι σε κάθε επενδυτική πρωτοβουλία που συνδέεται με την ιδιωτική επιχειρηματικότητα. Αλλά ακόμη και αν η αναπτυξιακή διάσταση είχε αυτά τα χαρακτηριστικά, θα μπορούσε σε κάποιο βαθμό να είναι αποδεκτή σαν αποτέλεσμα μιας διαφορετικής πολιτικής και οικονομικής αντίληψης. Είναι όμως προφανές ότι τίποτε από όλα αυτά δεν συμβαίνει αλλά ούτε φαίνεται να ισχύει. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η σύγχυση και η αποσπασματική πρακτική που παρατηρούνται στη χώρα μας είναι έκδηλες σε κάθε απόφαση που παίρνεται. Φαίνεται μάλλον πιο πιθανό ότι στη βάση των αποφάσεων αυτών βρίσκεται η παρατεταμένη προσήλωση σε πολιτικές δεσμεύσεις και σε ορισμένες ιδεοληπτικές καταβολές που τις συνοδεύουν. Και όσο αυτές λειτουργούν σε αντιπολιτευτικές και προεκλογικές περιόδους οι όποιες επιπτώσεις είναι «χαμηλού κόστους». Όταν όμως η επιμονή και αγκυλώσεις στις δεσμεύσεις αυτές επηρεάζουν και εγκλωβίζουν την πολιτική στρατηγική τότε οι σχετικές με το συγκεκριμένο θέμα αποφάσεις βάζουν σε περιπέτειες το αναπτυξιακό παρόν και μέλλον της χώρας. Η λογική και ορθολογιστική λοιπόν επιλογή της διακυβέρνησης στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να είναι η μεταλλευτική επένδυση. Γιατί αυτή είναι η "πλευρά| της ανάπτυξης που με αγωνία αναζητά και χρειάζεται η χώρα. Και μάλιστα σε μια στιγμή, που ανεξάρτητα από την προέλευση και τη φυσιογνωμία της όποιας εταιρίας, αυτό που προκύπτει όλη αυτή την περίοδο σαν αναμφισβήτητο γεγονός, είναι ότι, ότι μελετήθηκε και στη συνέχεια εγκρίθηκε ήταν αποκλειστικά έργο και αποτέλεσμα ελλήνων εργαζομένων, τεχνικών και επιστημόνων. Αυτή η σημαντική διαπίστωση θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση να είναι πυξίδα και οδηγός για τις όποιες επιλογές και αποφάσεις. Είναι εδώ που η σωστή κρίση γίνεται δυναμική ανταπόκριση και πρόσθετη αναπτυξιακή αξία.