Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2015

Μεταλλευτική επανεκκίνηση στην αρχή της αναπτυξιακής μεταρρύθμισης

Και τώρα ολική επανεκκίνηση και φουλ τις μηχανές για να σωθεί η «παρτίδα»
 Περίεργη αλλά αναμενόμενη η εξέλιξη της ψηφοφορίας με την έννοια ότι το πλειοψηφικό αποτέλεσμα περιλαμβάνει λιγότερο «κυβέρνηση» και περισσότερο «αντιπολίτευση». Το κυβερνητικό σχήμα βγαίνει για άλλη μια φορά λαβωμένο και παραμορφωμένο. Καταγράφονται ανακολουθίες, αντιφάσεις, αποδράσεις, αλλαζωνίες, παρρησίες, αλλά κυρίως εγωκεντρικές, στείρες, ανάρμοστες και αρτηριοσκληρωτικές συμπεριφόρες και πρακτικές. Προκύπτουν συγκεκριμένες ερμηνείες, εκτιμήσεις, διαστάσεις και διδάγματα μερικά από τα οποία αναφέρονται παρακάτω.
Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα παραμένει βαριά άρρωστο και απολιθωμένο. Είναι φανερό ότι επίλεγονται ακόμη τα κομματικά συμφέροντα και η λογική της ιδεοληπτικής εσωστρέφειας, πριν και πάνω  από την προοπτική και εφαρμογή δημιουργικών μεταρρυθμίσεων για  την χώρα και τον λαό.
Οι βουλευτές που αρνήθηκαν την συμφωνία ισχυρίζονται ότι είπαν μεν ΟΧΙ σε αυτήν  αλλά την ίδια στιγμή λενε ΝΑΙ στη κυβέρνηση. Και εδώ πρόκειται μάλλον για παγκόσμια πρωτοτυπία ή ισχύει το γνωστό «απορώ πως θα ξεμπλέξω από την Κίκη και την Κοκό πια να διαλέξω».  Αλλά βέβαια με τον τρόπο αυτό, από την μια θολώνουν τα νερά και από την άλλη κρατάνε «με ένα σμπάρο δυό τριγώνια». Κάνουν δηλαδή στο ακέραιο το ιδεοληπτικό και λαϊκίστικο τους καθήκον και παράλληλα με την σιγουριά του ΝΑΙ (ελέω αντιπολίτευσης) παραμένουν στην κυβέρνηση. Ουσιαστικά λένε ΟΧΙ αλλά εισπράττουν ΝΑΙ. Στη βάση δηλαδή μιας καλά σχεδιασμένης  διπλοηθικής τακτικής  ψήφισαν και αυτοί, με έμμεσο τρόπο, τη σιγουριά του ΝΑΙ.
Στην περίπτωση κυβερνητικών στελέχων τίθεται κυρίαρχο θέμα συντονι σμού, συνεργασίας και εμπιστοσύνης. Είναι προφανές ότι οι αρνούμενοι την συμφωνία προτίμησαν να συνταχθούν με κομματικά στεγανά, ατέρμονες συνειστώσες και μειοψηφικές ομάδες αντί να στηρίξουν τον πρωθυπουργό, τους συναδέλφους τους στην κυβέρνηση και την ευρύτερα πλειοψηφική συσπείρωση. Και είναι πρωτοφανές και πρωτάκουστο στον κανονικό και φυσιολογικό κόσμο της πολιτικής, ότι ακόμη και μετά από αυτό να αρνούνται να παραιτηθούν δεχόμενοι έτσι να υπηρετήσουν την συμφωνία που οι ίδιοι απέρριψαν. Απίστευτα πράγματα. Το ερώτημα που προκύπτει λοιπόν είναι αν  ο πρωθυπουργός και όλοι εμείς οι άλλοι πρέπει να δεχτούμε κάτι τέτοιο. Η απάντηση βέβαια είναι μία και πολύ συγκεκριμένη. Σε καμμία απολύτως περίπτωση. Εκτός κυβέρνησης και βλέπουμε.
Ένα άλλο θέμα που ξενίζει, είναι ότι αυτοί που δεν θέλουν την συμφωνία δεν προτείνουν εναλλακτικούς δρόμους βιώσιμης λειτουργίας και παρουσίας της χώρας. Όλες οι συζητήσεις που γίνονται από την πλευρά τους βασίζονται και καταλήγουν στην επιστροφή της δραχμής. Κάτι που κατά γενική ομολογία, όχι μόνο δεν απασχολεί αλλά ούτε καν υπόθεση εργασίας αποτελεί για τους πολίτες και το λαό. Που θέλει σε αντίθεση με τις απόψεις αυτές να πάει μπροστά και όχι πίσω. 
Σε κάθε περίπτωση το μεγάλο στοίχημα από εδώ και πέρα για μας είναι μέσα σε ένα πραγματικά σφιχτό οικονομικό περιβάλλον να πετύχουμε την υλοποίηση των απαραίτητων δομικών και άλλων μεταρρυθμίσεων. Και κυρίως να βάλουμε μπροστά την παραγωγική ανάπτυξη και οικονομία. Εκεί βρίσκονται τα πρόσθετα «αναπτυξιακά» έσοδα για το κράτος, εκεί και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Ένας βασικός πυλώνας  στην κατεύθυνση κοινωνικο-οικονομικής ανάτασης άποτελεί η παραγωγική αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας. Η παρατεταμένη καθυστέρηση στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων στις Σκουριές και άλλων σε εξέλιξη μεταλλευτικών επενδύσεων έχουν τραυματίσει την αξιοπιστία της χώρας σε ότι αφορά κυρίως στις δυνατότητες της να αξιοποιεί αποτελεσματικά την βιομηχανική αξία που διαθέτει. Και είναι πλέον σίγουρο, μετά και από τα τελευταία γεγονότα, ότι και στην περιπτώση του πλούσιων  κοιταμάτων στις Σκουριές της  Χαλκιδικής λειτούργησε, αντίστοιχα με αυτά που συμβαίνουν στη Βουλή και τη κυβέρνηση, η παραποίηση της αλήθειας, οι παραμορφωμένες ειδήσεις και ο διπλός λόγος. Και εδώ η κομματική «φιλία» έκανε θραύση οδηγώντας στον εναγκαλισμό τοπικών αντιμεταλλευτικών συμφερόντων με ορισμένα κυβερνητικά στελέχη, γεγονός που συνέτεινε και παρέτεινε την αβεβαιότητα.  Και στο θέμα αυτό χρειάζεται λοιπόν να πέσει άπλετο φως αλήθειας, αποσαφήνιση της πραγματικότητας και ξεκαθάρισμα τοπίου. Μετά από όλα αυτά που συμβαίνουν και λέγονται, προκύπτει ότι η «εν γένει» παραπληροφόρηση πάει σύννεφο, πράγμα που γίνεται πλέον αντιληπτό και στο πρωθυπουργικό περιβάλλον.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ελλάδα έχει χαρακτηριστικά μεταλλευτικής χώρας. Παρουσιάζει παγκόσμια παραγωγική υπεροχή σε μια σειρά από ορυκτές πρώτες ύλες, όπως είναι το βωξιτικό αλουμίνιο, το λατεριτικό νικέλιο, ο βεντονίτης, ο περλίτης, ο λευκόλιθος, οι άστριοι, ο χαλαζίας, ο γύψος αλλά και βιομηχανικά ορυκτά ειδικών χρήσεων όπως ο χουντίτης, οι ζεόλιθοι και ο ατταπουλγκίτης. Η μεγάλη όμως πρόκληση και ευκαιρία για την περιφερειακή και εθνική οικονομία πραμένει η παραπέρα παραγωγική υποστήριξη των μεταλλείων στη βάση ολοκληρωτικής πλέον πολυμεταλλικής εκμετάλλευσης, με την συμμετοχή δηλαδή όλων των περιεχόμενων μετάλλων μολύβδου, ψευδαργύρου, χαλκού, χρυσού και αργύρου. Αυτό είναι εφικτό και μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο μέσα από την εξόρυξη του χαλκούχου κοιτάσματος Σκουριών και της συναρτώμενης  λειτουργίας μεταλλουργίας χρυσού.

Δεν εννοούνται συνεπώς αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις χωρίς την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου. Για να γίνει όμως αυτό πράξη πρέπει να ξεκαθαρίσουν οι προθέσεις και το πολιτικό τοπίο γενικότερα τόσο σε κεντρικό όσο και σε τοπικό επίπεδο. Τότε θα γίνει ένα αποφασιστικό βήμα για να σωθεί η παρτίδα αλλά και η πατρίδα.