Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Oρυκτός Πλούτος πυλώνας Δημοκρατικής Ανάπτυξης

Το τρίπτυχο, (ι) Επιστημονικό/Τεxνικό Τεκμήριο, (ιι) Πολιτική/Εταιρική Διακυβέρνηση και (ιιι) Κοινωνική Σύμπραξη/Συναίνεση είναι αυτό που ορίζει και καθορίζει το δημοκρατικό πλαίσιο παραγωγικής αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου, όπως βέβαια και των περισσότερων άλλων αναπτυξιακών δραστηριοτήτων. Αποτελεί τη βάση ορθολογιστικής προσέγγισης για κάθε αναπτυξιακή διαδικασία, ειδικότερα δε όταν αυτή συνδέεται με επενδυτικές πρωτοβουλίες και δράσεις της μεταλλευτικής βιομηχανίας, και βέβαια της παραγωγικής οικονομίας γενικότερα. Αυτή η κατάθεση και εφαρμογή κοινωνικών, οικονομικών, τεχνοκρατικών αλλά και ηθικών αξιών συνθέτει, θεμελιώνει και θεσμοθετεί την Δημοκρατική Ανάπτυξη, στη βάση πάντα μιας καθαρά αντικειμενικής προσέγγισης και αντίληψης.

Η «επιστημονική και τεχνική τεκμηρίωση» προκύπτει πάντοτε με συγκεκριμένα αποδεδειγμενο και απόλυτα κατοχυρωμένο τρόπο. Βασίζεται σε αριθμούς και μεγέθη που αναφέρονται σε ποιοτικές και ποσοτικές παραμέτρους, οι οποίες με τη σειρά τους εκτιμούν και υπολογίζουν με μαθηματική ακρίβεια την κοιτασματολογική και μεταλλευτική αξία.

Η «πολιτική διακυβέρνηση» μαζί με την ζητούμενη και απαιτούμενη σήμερα εταιρική ευθύνη διαμορφώνουν τους όρους και το πλαίσιο που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και το περιφερειακό/τοπικό όφελος. Η προγραμματική σύμβαση μαζί με το επιχειρησιακό  σχέδιο, παραπέμπουν στην υπογραφεισα συμφωνία που χαρακτηρίζεται από διαφάνεια και είναι παράλληλα δεσμευτική και βιώσιμη ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές ή/και κυβερνητικές αλλαγές ή αναταράξεις. Απόλυτος, δίκαιος και αμοιβαίος δηλαδή σεβασμός όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
  Το ίδιο αφορά και στο θέμα αποδοχής της υφιστάμενης μεταλλευτικής πολιτικής. Η ύπαρξη σταθερής στρατηγικής για την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου αποτελεί βασική προϋπόθεση για επενδυτικές κινήσεις που αντέχουν σε βάθος χρόνου.

Η «κοινωνική συμμετοχή και συναίνεση» είναι θεμελιακή για ισχυρή και ολοκληρωμένη Δημοκρατική Ανάπτυξη. Ο άνθρωπος έχει  ο ίδιος του σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο  διαδραστική παρουσία και ενδιαφέρεται για τα πλεονεκτήματα και τις όποιες επιπτώσεις. Τις ευκαιρίες απασχόλησης και την πρόοδο, αλλά και την ποιότητα ζωής και το περιβάλλον. Δεν εκφράζεται με αφορισμούς, ούτε αρνείται, αλλά συνεργάζεται, ελέγχει και συμβάλλει. Σκέφτεται εθνικά και συλλογικά, και όχι μόνο τοπικά και ατομικά. Βάζει μπροστά το όραμα και το μέλλον και παραμερίζει το πολιτικά σκόπιμο και το συστημικά εφήμερο.
Η πρακτική βέβαια που ακολουθείται στη χώρα μας είναι μάλλον σε αντίθετη κατεύθυνση. Τα επιστημονικά τεκμήρια και αποδείξεις δεν λαμβάνονται ή ερμηνεύονται όπως βολεύει, και πολύ συχνά «γκρεμίζονται» με εύκολο και άσχετο τρόπο. Η πολιτική διακυβέρνηση επιλέγει να λαϊκίζει και να αλλάζει στρατηγικές και περιεχόμενα επενδυτικών συμφωνιών αποσπασματικά, χωρίς την προοπτική του επόμενου βήματος και για δυσνόητους λόγους. Οι τοπικές κοινωνίες, αντί για ειλικρινή διάλογο με μοναδικό και βασικό υπόβαθρο την διασφάλιση βιώσιμης ανάπτυξης που υπηρετεί και προσφέρει προοδευτική αξία στους πολίτες της περιοχής, λειτουργούν ανορθόδοξα και επιλεκτικά με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε κατακερματισμό και πόλωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Β.Α. Χαλκιδική όπου  τα γνωστά Μαντεμοχώρια τοποθετούνται με σαφή΄και δυναμικό τρόπο υπέρ της παραγωγικής αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της περιοχής, ενώ ο επίσημος Δήμος είναι επίμονα και φανατικά αντίθετος με την εξελισσόμενη μεταλλλευτική επένδυση. Μια περίεργη δηλαδή και συνάμα δραματική αντιπαράθεση των, «εκ των πραγμάτων», κατοίκων και εργαζόμενων στα μεταλλεία κόντρα στην αρχή της δημοτικής εξουσίας και της πλευράς των πολιτών που  την υποστηρίζουν. Λέει λοιπόν ο Δήμος να κλείσει το μεταλλείο των Μαύρων Πετρών και να γίνει τεχνικογεωλογική μελέτη για να αποφανθεί αν η «εκρηκτική» λειτουργία στα υπόγεια ευθύνεται για τις ρωγματώσεις και άλλες δομικές αστοχίες που παρατηρούνται σε σπίτια της Στρατονίκης. Κανένα πρόβλημα για τη μελέτη, επιβάλλεται να γίνει και να βγάλει τα συμπεράσματα της, με κύριους βέβαια αποδέκτες τους άμεσα ενδιαφερόμενους κατοίκους. Το γεγονός όμως της απαίτησης του κλεισίματος του μεταλλείου στερείται λογικής εξήγησης και αποτελεί μάλλον διεθνή πρωτοτυπία, αφού δεν λαμβάνει υπόψη ούτε υπολογίζει τις επακόλουθες δομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες και επιπτώσεις. Τη στιγμή μάλιστα που ότι δεν βαδίζει κάποιος στο άγνωστο και τα πράγματα βρίσκονταισε καμία περίπτωση σε μηδενική βάση, αφού παρόμοια μελέτη έχει υλοποιηθεί και στο παρελθόν. Συγκεκριμένα το ΙΓΜΕ εκπόνησε την περίοδο 2008-2009 το ερευνητικό έργο «ΓΕΩΦΥΣΙΚΗ, ΤΕΧΝΙΚΟΓΕΩΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΥΔΡΟΓΕΩΛΟΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΥΡΩΝ ΠΕΤΡΩΝ – ΜΑΝΤΕΜ ΛΑΚΚΟΥ» που περιλάμβανε τεχνικογεωλογική χαρτογράφηση και γεωφυσικές διασκοπήσεις. Στην έκθεση που συντάχθηκε και υποβλήθηκε προτάθηκε «η εκτέλεση γεωτεχνικών γεωτρήσεων με παράλληλη διενέργεια σεισμοδυναμικών δοκιμών». Επίσης προτάθηκε «να ελεγχθούν τα κτίρια από ειδικούς  μηχανικούς του ΙΤΣΑΚ και να αξιολογηθούν οι καταγραφές του τοπικού δικτύου σεισμογράφων και επιταχυνσιογράφων, ώστε να εκτιμηθούν τα αίτια των αστοχιών και η στατικότητα των κτιρίων». Στην 3η έκθεση της, αμέσως μετά, η τότε ΕΠΙροπή ΤΗρησης των περιβαλλοντικών όΡΩν (ΕΠΙΤΗΡΩ) υιοθέτησε τις προτάσεις του ΙΓΜΕ και πρότεινε από την πλευρά της, «ότι περαιτέρω γεωτεχνική διερεύνηση της Στρατονίκης σε θέματα πολιτικού μηχανικού θα προσεγγίσει την σεισμολογική διάσταση και θα μελετήσει με μετρήσιμα μεγέθη τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στο δομημένο περιβάλλον συστήνοντας μέτρα για την ασφάλεια των κατασκευών» και ότι «η γεωτεχνική μελέτη με έμφαση στο δομημένο περιβάλλον της Στρατονίκης πρέπει να ολοκληρωθεί». Παράλληλα σημείωσε ότι «η απότομη διακοπή λειτουργίας των μεταλλείων θα επιφέρει ανεξέλεκτες περιβαλλοντικές επιπτώσεις στην περιοχή». Καθαρά και ξάστερα πράγματα από κάθε άποψη. Η σημερινή συζήτηση που γίνεται για το θέμα, 7 χρόνια περίπου μετά, είναι θεμιτή αλλά αποτελεί συνέχεια υφιστάμενων δεδομένων πάνω στην αξιοποίηση των οποίων οφείλει να στηριχτεί για να σχεδιάσει τις επόμενες παρεμβάσεις. Και βέβαια, όπως γίνεται αντιληπτό το περί κλεισίματος του μεταλλείου δεν έχει καμία επιστημονική βάση, στερείται λογικής σκέψης και εξυπηρετεί προφανώς άλλες σκοπιμότητες.
  
Από την άλλη πλευρά μια κατ’αναλογία και καθόλα ρεαλιστική σύγκριση είναι ότι με την ίδια λογική θα έπρεπε κανείς να σταματήσει την κατασκευή, να εμποδίσει την λειτουργία και γιατί όχι να κλείσει τα 160 μετρό που υπάρχουν σήμερα σε 148 μεγαλουπόλεις 55 χωρών στον κόσμο σε μέσο βάθος 10-12 μέτρων.  Θα είχαν μπλοκάρει  και καταρρεύσει έτσι ο κοινωνικός και οικονομικός ιστός και άλλες αναπτυξιακές υποδομές και δραστηριότητες.

Σε πλήρη αντιδιάστολη χαρακτηριστικό παράδειγμα καλής πρακτικής στο θέμα προώθησης και υλοποίησης Δημοκρατικής Ανάπτυξης θα μπορούσε να θεωρηθεί και να είναι ή Σουηδία. Μια χώρα που το επιστημονικό τεκμήριο όχι μόνο δεν αμφισβητείται αλλά προβάλλεται και αξιοποιείται. Οι επενδυτικές συμφωνίες πραγματοποιούνται παραμένοντας παντελώς αδιάφορο ποια πολιτική ή ποια κυβέρνηση τις υπέγραψε. Εταιρική ευθύνη σε υψηλό βαθμό χωρίς καμία σχέση με την όποια πολιτική πραγματικότητα. Κοινωνία και πολίτες που συμμετέχουν, συζητούν βάζουν τους δικούς τους όρους αλλά δεν αρνούνται ούτε υπονομεύουν τις δημοκρατικά λαμβανόμενες αποφάσεις. Όπου την εθνική μεταλλευτική πολιτική και στρατηγική που ψήφισε ή προηγούμενη κυβέρνηση δεν την καταργεί ή επόμενη. Συνέχεια δηλαδή και συνέπεια λειτουργίας του κράτους απέναντι στους πολίτες, το παρόν και το μέλλον της χώρας. Σήμερα στη Σουηδία λειτουργούν 14 μεταλλεία, που το 2015 παρήγαγαν 72 εκ. τον. μεταλλεύματος,  40 λατομεία βιομηχανικών ορυκτών και 50 αδρανών και δομικών λίθων. Βρίσκονται σε εξέλιξη 90 νέα επενδυτικά σχέδια και έργα παραγωγικής αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου οι άδειες των οποίων καλύπτουν και αναφέρονται σε μια επιφάνεια 10.630 τ.χλμ. Έχουν καταγραφεί 854 κοιτάσματα και 17.000 μεταλλοφορίες. Η χώρα παράγει το 92% σιδήρου, 29% ψευδαργύρου, 36% μολύβδου και 24% χρυσού στην Ευρώπη.  
Ίσως και στην Ελλάδα, αν αποφασίσουμε να στηριξουμε σοβαρά την Δημοκρατική Ανάπτυξη να κατορθωσουμε τελικά να υλοποιήσουμε μερικές επενδυτικές ευκαιρίες αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της βόρειας Ελλάδας όπως για παράδειγμα αυτές που προέκυψαν και αναδείχθηκαν στο παρελθόν, και παρουσιάζονται παραδειγματικά στο συνημμένο χάρτη.